20.4.22

Μ. Εβδομάδα, σωτήριον έτος 2028 μ.Χ.

Μ. Εβδομάδα, σωτήριον έτος 2028 μ.Χ.
Οι αυλές των σπιτιών, των σχολείων και των εκκλησιών γέμισαν παιδιά. Γιοί, κόρες, νύφες γαμπροί, εγγόνια και ανίψια επέστρεψαν από τον κλεινόν άστυ ή το εξωτερικό για τις γιορτές του Πάσχα. Ποιες γιορτές δηλαδή, τις διακοπές.
Μετακίνηση πληθυσμών για τις γιορτές.
Και τους γάμους που συνηθίζονται στην επαρχία τέτοια εποχή.
Όλοι οι συγγενείς είναι μαζί, για την Πασχαλιά. Ιδανική ευκαιρία. 
Μετά ανοίγει η περίοδος των αγροτικών εργασιών. Και η τουριστική σεζόν. 
Ούτε η παραγωγή ούτε οι τουρίστες περιμένουν τους γάμους! 
Άργησε να πάει στον Επιτάφιο. 
Δεν πρόλαβε τη «ζωή εν τάφω» που του άρεσε πολύ να ακούει και να σιγοψέλνει με τις ομάδες που σιγοντάρουν τους ψάλτες παραπλεύρως. 
Το ποίμνιο συμμετείχε ταπεινά στην όμορφη νυχτερινή τελετή. Άκουγε τις ωραίες ψαλμωδίες. Σιγοέψελνε το «αι γεναιαι πάσαι…». 
 Τα μάτια του είχαν επικεντρωθεί στη φλόγα του κεριού που κρατούσε στα χέρια του. 
Πέρασαν δυο ίσως και τρεις δεκαετίες, σαν αστραπή από το μυαλό του, μέσα σε εκείνη την τρεμάμενη φλόγα του κεριού. 
Ένα φλας μπακ στη ζωή του. 
Πόσοι Επιτάφιοι, πόσες Πασχαλιές, είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβει! 
Με πόσους ανθρώπους είχε μοιραστεί τέτοιες στιγμές! Μικρό παιδί, μαθητής του γυμνασίου, του Λυκείου. 
Και στο στρατό στη Θράκη, μες το στρατόπεδο.. Και στο εξωτερικό και στην Αθήνα, με την οικογένεια του, αλλά και μόνος, και με τις σχέσεις του και με φίλους. 
Πέρασαν τα χρόνια, πέρασαν οι άνθρωποι, πέρασαν οι στιγμές. 
Πέρασε κι εκείνο το δέος που υπήρχε μες την καρδιά του πολλά χρόνια, μέχρι που οι δουλειές και οι οικογενειακές έγνοιες, είχαν κάνει αυτές τις θρησκευτικές γιορτές, ένα τυπικό κομμάτι στην ζωή του.Δεν ένοιωθε τίποτα.
Μια γιορτή είχε γίνει.
Μια υποχρέωση. 
Μια παράδοση.



Απόσπασμα
Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ...του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου, εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ