19.7.20

Μα δεν είναι άδειο, μπαμπά… (JORGE BUCAY)

Πριν πολλά χρόνια, την εποχή της μεγάλης οικονομικής ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας πατέρας αποφάσισε...
να μην κάνει ακριβά δώρα εκείνα τα Χριστούγεννα. Έτσι, ξόδεψε ένα -κατά τη γνώμη του- υπέρογκο ποσό, για ν’ αγοράσει ένα γυαλιστερό χαρτί περιτυλίγματος με χριστουγεννιάτικες ζωγραφιές.

Ίσως ένα όμορφο χαρτί να μπορούσε να υποκαταστήσει ένα ακριβό περιεχόμενο…

Το Σάββατο της 15ης Δεκεμβρίου αποφασίζει να φτιάξει πακέτα με τα φτηνοπράγματα που αγόρασε για δώρα.
Όταν ανοίγει το ντουλάπι κάτω από τη σκάλα και βλέπει το ρολό του χαρτιού να έχει τελειώσει, γίνεται έξαλλος.
«Ποιος πήρε το χαρτί που ήταν στο ντουλάπι;» φωνάζει. «Ποιος; Αυτό το χαρτί είναι πανάκριβο! Τι το κάνατε;»
Και συνεχίζει να φωνάζει, ώσπου βλέπει την τετράχρονη κόρη του να έρχεται με το κεφάλι κατεβασμένο.
«Εγώ το πήρα μπαμπά» του λέει.
«Εγώ το πήρα για…»
«Εσύ; Χωρίς να ρωτήσεις κανέναν;»
«Ναι, μπαμπά» λέει η μικρή έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
«Αυτό το χαρτί είναι πανάκριβο, δεσποινίς. Και δεν είναι για να παίζουμε· είναι για να τυλίξουμε τα δώρα των Χριστουγέννων…»
«Ήθελα να…»
«Είναι που είσαι κακομαθημένη. Ο πατέρας σου δουλεύει σαν ζώο όλη μέρα για να μη λείψει τίποτα απ’ το σπίτι, κι όταν αγοράζω κάτι για να κάνω στον καθένα σας ένα δώρο, εσύ…»
«Μα, μπαμπά…»
«Πάψε Κι άκουσέ με! Έπρεπε να ρωτήσεις αν μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτό το χαρτί!»
«Δεν μπορούσα να ρωτήσω μπαμπά… γιατί… ήθελα να κάνω μια έκπληξη.»
«Ποια ήταν η έκπληξη; Ότι τώρα δεν υπάρχει χαρτί για να τυλίξω τα δώρα;»
«Όχι, μπαμπά… Είναι ότι το χρειάστηκα για να τυλίξω ένα δώρο-έκπληξη.»
«Α, έτσι; Ένα δώρο… Όλο το χαρτί για ένα μόνο δώρο… Και μπορούμε να μάθουμε για ποιον ήταν αυτό το δώρο-έκπληξη;» ρωτάει ο πατέρας ουρλιάζοντας σχεδόν.
Η μικρή, στο μεταξύ, έχει αρχίσει να κλαίει.
«Ήταν… για σένα, μπαμπά.»
Ο άνδρας μένει άφωνος. Νιώθει σωστό τέρας, που μαλώνει την κορούλα του γιατί τύλιξε ένα δώρο για κείνον. Μετά από λίγο, γεμάτος ενοχές και ντροπή για την οργισμένη τον αντίδραση, της λέει:
«Με συγχωρείς που σου φώναξα, κοριτσάκι μου, αλλά βλέπεις, αυτό το χαρτί ήταν πάρα πολύ ακριβό για να το χρησιμοποιήσεις όλο για ένα μόνο δώρο.»
«Ναι, μπαμπά… όμως το κουτί ήταν πολύ μεγάλο κι έγινε τόσο ωραίο…»
Ο άνδρας νιώθει να συγκινείται και προσπαθεί να ελαφρύνει την κατάσταση.
«Εντάξει. Πάμε να δούμε αυτό το κουτί, και ίσως μπορέσουμε να ξεκλέψουμε λίγο χαρτί για να τυλίξουμε και τα δικά σας δώρα.»
Μετά από λίγα η μικρή κατεβαίνει από το δωμάτιό της με το τεράστιο κουτί στο οποίο φύλαγε τις κούκλες της , ντυμένο με το χρυσό χαρτί που τώρα πια έχει αχρηστευτεί εντελώς
«Καλά Χριστούγεννα, μπαμπά» λέει η πιτσιρίκα, δίνοντας το πακέτο στον πατέρα της.
Με την ψυχή του να έχει πλημμυρίσει από την τρυφερότητα της μικρής, ο πατέρας ανοίγει το κουτί προσπαθώντας μάταια να περισώσει λίγο χαρτί, ενώ μέσα του κατηγορεί τον εαυτό του που δεν άκουσε το παιδί του εξαρχής.
Ωστόσο, χάνει πάλι την ψυχραιμία του όταν ανοίγει το κουτί και βλέπει ότι μέσα δεν έχει απολύτως τίποτα.
«Δεν ξέρεις πως όταν κάποιος κάνει ένα δώρο και τυλίγει ένα κουτί -ακόμη κι αν χαλάει ένα ΟΛΟΚΛΗΡΟ ρολό γυαλιστερό χαρτί- ΠΡΕΠΕΙ να βάλει κάτι μέσα; Δεν σου είπε ποτέ η μαμά σου ότι δεν χαρίζει κανείς ένα ΑΔΕΙΟ κουτί;»
Η μικρή κατεβάζει πάλι το κεφάλι, και λέει με δάκρυα στα μάτια:
«Μα δεν είναι άδειο, μπαμπά… Εγώ φύσηξα μέσα εβδομήντα φιλιά… Έτσι, όταν πηγαίνεις ταξίδι και δεν με παίρνεις μαζί σου, θα έχεις τα φιλιά που σου χάρισα τα Χριστούγεννα…»
Ο πατέρας λυγίζει. Παίρνει αγκαλιά τη μικρή και της ζητάει να τον συγχωρήσει που δεν τη ρώτησε… που δεν την κατάλαβε… που δεν την άκουσε.
Λένε πως ο άνδρας φύλαξε το κουτί και το χαρτί περιτυλίγματος κάτω από το κρεβάτι του για πολλά χρόνια. Όποτε ένιωθε λυπημένος, αποκαρδιωμένος ή πιεσμένος από τις δυσκολίες της ζωής, έβγαζε από το κουτί ένα από τα φιλιά που του είχε χαρίσει η κόρη του και θυμόταν την αγάπη που κρυβόταν εκεί μέσα .

20 ΒΗΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ OPERA ANIMUS