19.7.20

Έχω ζήσει περίπου τριάντα χρόνια πάνω στον πλανήτη αυτό κι ακόμα δεν έχω ακούσει ούτε μια συλλαβή πολύτιμης, ή έστω σοβαρής, συμβουλής από τους μεγαλύτερούς μου. | (Henry D. Thoreau)

Βλέπω νεαρούς άνδρες, συχωριανούς μου, που είχαν την ατυχία να κληρονομήσουν αγροκτήματα, σπίτια, αποθήκες, ζωντανά και γεωργικά εργαλεία. Και λέω ατυχία, γιατί τα πράγματα αυτά...πιο εύκολα τα αποκτά κανείς παρά τα ξεφορτώνεται. Καλύτερα όλοι αυτοί να είχαν γεννηθεί σε απέραντα βοσκοτόπια και να τους είχε βυζάξει λύκαινα- τότε θα έβλεπαν πιο καθαρά σε τι λογής χωράφι τους είχε πέσει ο κλήρος να μοχθούν για την υπόλοιπη ζωή τους. Ποιος τους έκανε σκλάβους της γης; Γιατί θα πρέπει να ταλαιπωρούνται καθημερινά με τα διακόσια στρέμματά τους, αφού στο τέλος αυτό που αναλογεί στον καθένα μας δεν είναι παρά το κομματάκι γης στο οποίο θα τον θάψουν; Γιατί θα πρέπει να ξεκινούν να σκάβουν το λάκκο τους από τη στιγμή που έρχονται σ’ αυτό τον κόσμο; Πρέπει, λέει, να ζούμε τη ζωή μας αντρίκεια, να κουβαλάμε όλα εκείνα που έχουμε φορτωθεί, να τα βγάζουμε πέρα όσο καλύτερα μπορούμε.

Πόσες και πόσες δύστυχες αθάνατες ψυχές δεν έχω συναντήσει, ανήμπορες σχεδόν να ανασάνουν, πλακωμένες από το αβάσταχτο φορτίο τους, να αργοσέρνονται στο μονοπάτι της ζωής κουβαλώντας στις πλάτες τους μια ολόκληρη αποθήκη είκοσι μέτρα επί δέκα, ένα στάβλο του Αυγεία που ποτέ δεν καθαρίζεται, και μαζί τετρακόσια στρέμματα γης, χωράφια, βοσκοτόπια και δάση! Οι άκληροι, εκείνοι που αγωνίζονται χωρίς όλα αυτά τα άχρηστα κληρονομημένα βάρη, μήπως κι αυτοί δεν κοπιάζουν, και με το παραπάνω, κι ας μην έχουν να φροντίσουν τίποτα άλλο πέρα από τα λίγα κυβικά εκατοστά της σάρκας τους;

Αλλά οι άνθρωποι μοχθούν παρασυρμένοι από μια πλάνη. Το μεγαλύτερο κομμάτι τους σύντομα θα λιώσει και θα ανακατευτεί με το χώμα, θα γίνει λίπασμα. Εξαιτίας μιας τάχα μοίρας, που οι πολλοί την αποκαλούν ανάγκη, δουλεύουν, όπως λέει ένα παλιό βιβλίο, για να μαζέψουν πλούτη που θα τους τα φάει το σαράκι και η σκουριά, που θα τους τα κλέψουν οι ληστές. Είναι μια ζωή που μόνο στους ανόητους ταιριάζει, και θα το καταλάβουν κι οι ίδιοι μόλις φτάσουν στο τέλος της, αν τυχόν και δεν προλάβουν να το μάθουν πριν. Ο μύθος λέει πως ο Δευκαλίων και η Πύρρα δημιούργησαν το γένος των ανθρώπων πετώντας πέτρες πίσω τους:
«Inde genus durum sumus, experiensque laborum, Et documenta damus qua simus origine nati»* (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Ή αλλιώς, όπως το αποδίδει πολύ όμορφα ο Ράλεϊ

«Κι από τότε η γενιά μας σκληρή σαν πέτρα έχει καρδιά, πόνους και βάσανα υπομένει,
δείχνοντας πως και η σάρκα μας είναι από πέτρα γεννημένη.»
Αυτά λοιπόν παθαίνει όποιος δείχνει τυφλή υπακοή στους ανεύθυνους χρησμούς των μαντείων και αρχίζει να πετά πίσω του χωρίς να γυρίσει να δει που πέφτουν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και σε αυτή τη σχετικά ελεύθερη χώρα, εξαιτίας της άγνοιάς τους ή από κάποιο μοιραίο λάθος, τόσο πολύ βουλιάζουν στις πλασματικές τους έγνοιες και στη σκληρή κι όμως περιττή χειρωνακτική εργασία, που γίνονται ανίκανοι να τρυγήσουν τους εκλεκτούς καρπούς της ζωής. Τα δάχτυλά τους έχουν γίνει αδέξια και τρέμουν από την πολλή δουλειά, έτσι που τους είναι άχρηστα για οτιδήποτε άλλο. Η αλήθεια είναι πως στον εργαζόμενο δεν απομένει καθόλου χρόνος για κοινωνική αξιοπρέπεια. Δεν έχει την πολυτέλεια να διατηρεί ούτε τις απολύτως απαραίτητες σχέσεις με τους συνανθρώπους του, από φόβο μήπως ο χρόνος που θα χάσει γίνει αιτία να υποτιμηθεί η εργασία του στην αγορά. Δεν του μένει καιρός για να είναι τίποτε παραπάνω από μια μηχανή. Πώς μπορεί να αναρωτηθεί για την άγνοιά του – πράγμα απαραίτητο για να μπορέσει να αναπτυχθεί – εκείνος που τόσο συχνά βρίσκεται αναγκασμένος να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του; Κανονικά θα έπρεπε πού και πού να τον ταΐζουμε και να τον ντύνουμε δωρεάν, καθώς και να τον σκλαβώνουμε με τις φιλοφρονήσεις μας, αντί να τον κρίνουμε. Όπως τα άνθη των οπωροφόρων, έτσι και τα εκλεκτότερα από τα χαρίσματα της ανθρώπινης φύσης μας δεν αντέχουν παρά μόνο στο πιο
απαλό άγγιγμα. Κι όμως, ούτε στους εαυτούς μας ούτε στους συνανθρώπους μας φερόμαστε με την τρυφερότητα που πρέπει.

Κάποιοι από εσάς, το ξέρουμε όλοι, είστε φτωχοί, η ζωή σας είναι δύσκολη, κάποιες φορές νιώθετε σαν να πνίγεστε. Δεν έχω αμφιβολία πως ορισμένοι από εσάς που διαβάζετε το βιβλίο αυτό αδυνατείτε να πληρώσετε όλα εκείνα τα γεύματα που έχετε ήδη καταναλώσει ή να αντικαταστήσετε τα πανωφόρια και τα παπούτσια σας που φθείρονται μέρα με τη μέρα, αν δηλαδή δεν έχουν ήδη φθαρεί. Έχετε φτάσει ως τη σελίδα αυτή θέλοντας να σκοτώσετε λίγο από το δανεισμένο ή κλεμμένο χρόνο σας, να ξεκλέψετε άλλη μια ώρα από τους πιστωτές σας. Χάρη στις δικές μου εμπειρίες μπορώ και βλέπω ολοκάθαρα πόσο ταπεινές, πόσο λαθραίες είναι οι ζωές πολλών από εσάς: πάντα στα όρια, πάντα να πασχίζετε να μπείτε στην παραγωγή και να βγείτε από τα χρέη. Είναι ο ίδιος εκείνος πανάρχαιος ζυγός που οι Λατίνοι αποκαλούσαν oes alienum, δηλαδή “ο χαλκός των άλλων”, μια και κάποια από τα νομίσματά τους ήταν φτιαγμένα από χαλκό. Διαρκώς υπόσχεστε να πληρώσετε αύριο, πάντοτε αύριο, ενώ σήμερα πεθαίνετε στην ψάθα. Διαρκώς ψάχνετε τρόπους να κερδίσετε την εύνοια των άλλων μήπως και αρπάξετε κάποιον πελάτη, με οποιονδήποτε τρόπο, φτάνει να μην αποτελεί ποινικό αδίκημα: λέτε ψέματα, κολακεύετε, ψηφίζετε. Συρρικνώνετε τον εαυτό σας ώσπου να γίνει ένα μικρό κουκούτσι από καθαρή αβροφροσύνη ή τον φουσκώνετε μέχρι να γίνει αραιός αιθέρας γενναιοδωρίας, μήπως και καταφέρετε και πείσετε τον γείτονά σας να σας επιτρέψει να του φτιάξετε τα παπούτσια, το καπέλο, το παλτό, την άμαξα ή να εισάγετε τα τρόφιμά του. Αρρωσταίνετε προσπαθώντας να εξοικονομήσετε μερικά χρήματα για την ημέρα που θα αρρωστήσετε. Λίγα νομίσματα για να τα κρύψετε σ ‘ένα παλιό μπαούλο, σε μια τρύπα στον τοίχο τυλιγμένα μέσα σε μια κάλτσα ή, για ακόμα μεγαλύτερη ασφάλεια, πίσω από τα τείχη της τράπεζας. Δεν έχει σημασία πού θα τα παραχώσετε, δεν έχει σημασία αν θα είναι πολλά ή λίγα.

Μερικές φορές απορώ με την επιπολαιότητα μας, και ας μου επιτραπεί · η έκφραση, που μας κάνει να ασχολούμαστε τόσο πολύ με την απεχθή αλλά κάπως ξένη σε εμάς μορφή σκλαβιάς που ονομάζεται Δουλειά των Νέγρων, τη στιγμή που όχι μόνο στο Νότο, αλλά και στο Βορρά υπάρχουν τόσο πολλοί άλλοι ικανοί, και πονηροί δουλέμποροι. Είναι σκληρό να έχεις από πάνω σου έναν επιστάτη Νότιο. Ακόμη πιο δύσκολο γίνεται αν είναι Βόρειος. Το χειρότερο όμως είναι να είσαι εσύ ο ίδιος ο μαστιγωτής του εαυτού σου. Κι έπειτα καθόμαστε και μιλάμε για τη θεϊκή υπόσταση τον ανθρώπου! Κοιτάξτε τον αγωγιάτη στο δημόσιο δρόμο, που μέρα νύχτα πηγαινοέρχεται στην αγορά με το κάρο του. Βλέπετε να σαλεύει μέσα του καμιά θεία πνοή; Αυτός που υψηλότερο καθήκον του δε θεωρεί άλλο από το τάισμα και το πότισμα των αλόγων του! Τι σημασία έχει γι’ αυτόν το πεπρωμένο του μπροστά στα χρήματα που παίρνει για να μεταφέρει τα εμπορεύματα; Ή μήπως τάχα δε δουλεύει κι ο ίδιος, όπως και ο επιστάτης των δούλων, για κάποιον αφέντη τσιφλικά; Είναι άραγε πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού, είναι η ψυχή του αθάνατη; Δέστε τον πώς ζαρώνει και πώς πορεύεται στα μουλωχτά, πόσο τον κατατρέχει ολημερίς ένας αόριστος φόβος. Ούτε αθάνατος είναι ούτε θείος, μόνο σκλάβος και αιχμάλωτος της εικόνας που ο ίδιος έχει φτιάξει για τον εαυτό του, της φήμης που απέκτησε με τις ίδιες του τις πράξεις. Η γνώμη των άλλων είναι πολύ αδύναμος τύραννος σε σύγκριση με το πώς βλέπουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Ό,τι πιστεύει κανείς για τον εαυτό του, αυτό είναι που καθορίζει ή,πιο σωστά, προμηνύει τη μοίρα του. Ποιος Γουίλμπερφορς θα βρεθεί να εισηγηθεί τη χειραφέτηση του εαυτού, την ελευθερία των δυτικοϊνδικών επαρχιών του οράματος και της φαντασίας; Σκεφτείτε ακόμα τις κυράδες της χώρας, που υφαίνουν μαξιλαράκια για το κάθισμα της τουαλέτας ώστε να τα έχουν για τα γεράματά τους, μην τυχόν και φανεί πως δε νοιάζονται αρκετά για το πεπρωμένο τους! Λες και μπορεί κανείς να σκοτώσει το χρόνο του χωρίς να τραυματίσει την αιωνιότητα!

Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους μέσα σε μια σιωπηλή απόγνωση. Αυτό που άλλοι ονομάζουν αποδοχή των συνθηκών, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα είδος επιβεβαιωμένης απελπισίας. Από την απόγνωση της πόλης φεύγεις και πας στην απόγνωση της εξοχής , και μένεις εκεί να παρηγοριέσαι με την παλικαριά των τρωκτικών του δάσους. Ακόμα και κάτω από αυτά που ο άνθρωπος ονομάζει παιχνίδια και διασκεδάσεις κρύβεται μια στερεότυπη, αν και ασυνείδητη, απελπισία. Δεν υπάρχει τίποτε το παιχνιδιάρικο σ’αυτά, αφού το παιχνίδι είναι κάτι που έπεται της δουλειάς. Ένα από τα γνωρίσματα όμως της σοφίας είναι και το να μην επιδίδεται κανείς σε απελπισμένες πράξεις.

Αν αναλογιστούμε ποιος- για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της Ιεράς Σύνοψης- είναι ο βασικός προορισμός του ανθρώπου, ποια είναι στ’αλήθεια αναγκαία και απαραίτητα στη ζωή, φαίνεται σαν να διάλεξαν εσκεμμένα οι άνθρωποι τον κοινό τρόπο ζωής επειδή τον προτιμούσαν από οποιονδήποτε άλλο. Και μάλιστα πιστεύουν με όλη τους την καρδιά ότι δεν έχουν άλλη επιλογή έξω από αυτήν. Αλλά όσοι έχουν άγρυπνη και υγιή ψυχή, θυμούνται πως κάθε μέρα ο ήλιος ανατέλλει καθάριος.

Ποτέ δεν είναι αργά για να αποτινάξουμε τις προκαταλήψεις μας. Κανένας τρόπος σκέψης ή πράξης, όσο αρχαίος κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος χωρίς αποδείξεις. Εκείνα που σήμερα όλοι παπαγαλίζουν ή σιωπηλά προσπερνούν νομίζοντάς τα αλήθειες, αύριο μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν είναι παρά ψέματα, ένας καπνός φτιαγμένος μονάχα από γνώμες, που κάποιοι είχαν περάσει για σύννεφο που θα ράντιζε με γόνιμη βροχή τα χωράφια τους.
Εκείνο που οι γέροι σου λένε πως δεν μπορείς να κάνεις, μόλις προσπαθήσεις, ανακαλύπτεις πως μπορείς. Οι παλιές πράξεις για τους παλιούς και οι νέες για τους νέους. Μπορεί κάποτε οι παλιοί να μην ήξεραν ούτε καν πώς να βρουν καύσιμο για να κρατήσουν τη φωτιά αναμμένη. Οι καινούργιοι όμως μαζεύουν ξερόκλαδα για προσάναμα, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν το γύρο της γης με την ταχύτητα των πουλιών, τόσο γρήγορα που οι γέροι θα έμεναν στον τόπο, όπως λέει ο λαός. Τα γηρατειά δεν έχουν περισσότερα προσόντα από τα νιάτα για να παριστάνουν το δάσκαλο, μάλλον λιγότερα, αφού πιο πολλά έχασαν παρά κέρδισαν στη ζωή. Δε θα είχε άδικο κανείς να αμφιβάλλει εάν ο πιο σοφός έχει μάθει κάτι πραγματικά πολύτιμο από τη ζωή του.

Πρακτικά, οι ηλικιωμένοι δεν έχουν καμιά πολύ σημαντική συμβουλή να δώσουν στους νέους, αφού οι δικές τους εμπειρίες ήταν υποκειμενικές και οι ζωές τους σκέτες αποτυχίες, για προσωπικούς λόγους, όπως σίγουρα πιστεύουν οι ίδιοι. Μπορεί και να τους έχει, μείνει λίγη πίστη που να διαψεύδει όλη την εμπειρία τους, πάντως μόνο ένα μπορεί να πει κανείς γι’ αυτούς: είναι λιγότερο νέοι απ’ όσο ήταν κάποτε. Προσωπικά έχω ζήσει περίπου τριάντα χρόνια πάνω στον πλανήτη αυτό κι -ακόμα δεν έχω ακούσει ούτε μια συλλαβή πολύτιμης, ή έστω σοβαρής, συμβουλής από τους μεγαλύτερους μου. Δε μου έχουν πει τίποτε που να έχει κάποια αξία και, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν μπορούν και να μου πουν. Ιδού λοιπόν η ζωή, ένα πείραμα που, εγώ τουλάχιστον, στο μεγαλύτερο μέρος του δεν το έχω ακόμα δοκιμάσει. Σε τίποτε δε με ωφελεί το ότι το έχουν δοκιμάσει εκείνοι. Οπότε τύχει να έχω κάποια εμπειρία που να τη θεωρώ πολύτιμη, το πρώτο πράγμα που μου ‘ρχεται στο μυαλό είναι ότι οι μέντορές μου δε μου είχαν πει τίποτε γι’ αυτήν.

Ένας αγρότης μου λέει: «Δεν μπορείς να ζεις μονάχα με φυτική τροφή, γιατί έτσι το σώμα σου δεν παίρνει τις ουσίες που χρειάζεται για να δυναμώσουν τα κόκαλα». Κι έτσι αφιερώνει με θρησκευτική ευλάβεια ένα κομμάτι της ημέρας του στην τροφοδοσία του οργανισμού του με την πρώτη ύλη που φτιάχνει τάχα τα κόκαλα. Κι όσο μου δίνει την πολύτιμη συμβουλή του προχωράει πίσω από τα βόδια του, τα οποία, με κόκαλα φτιαγμένα από τη φυτική διατροφή, τον τραβάνε ακούραστα μαζί με το αλέτρι του, πάνω από κάθε εμπόδιο που συναντούν στο δρόμο τους. Κάποια πράγματα είναι στ’ αλήθεια αναγκαία σε κάποιους ανθρώπους, όπως για παράδειγμα στους ανήμπορους και στους αρρώστους, τα ίδια όμως πράγματα για κάποιους άλλους δεν είναι παρά πολυτέλεια, ενώ σε άλλους πάλι είναι εντελώς άγνωστα.
Το μεγαλύτερο μέρος από εκείνα που οι γείτονες μου αποκαλούν καλά, εγώ από τα βάθη της ψυχής μου πιστεύω πως είναι κακά’και αν μετανιώνω για κάτι, το πιο πιθανό είναι να μετανιώνω για την καλή μου συμπεριφορά. Ποιος δαίμονας με έσπρωξε να συμπεριφερθώ τόσο καλά; Μπορείς να πεις το πιο σοφό πράγμα που δύνασαι, γέρο εσύ, που έχεις ζήσει εβδομήντα χρόνια και δε σου έχει λείψει ο σεβασμός των άλλων – εγώ όμως ακούω μια ακαταμάχητη φωνή που με παρασέρνει μακριά απ’ όλα αυτά. Η μια γενιά παρατάει τα εγχειρήματα της προηγούμενης σαν άχρηστα σκαριά, τραβηγμένα στη στεριά.

Πιστεύω πως μπορούμε άφοβα να δείξουμε εμπιστοσύνη σε πολύ περισσότερα απ’ όσα τολμάμε. Μπορούμε να απαρνηθούμε τόση φροντίδα για τον εαυτό μας, όση είμαστε πρόθυμοι να παραχωρήσουμε με κάθε ειλικρίνεια κάπου αλλού. Η Φύση είναι καλά προσαρμοσμένη τόσο στην αδυναμία μας όσο και στη δύναμή μας. Το αδιάκοπο άγχος και η ακατάπαυστη πίεση που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι αποτελούν σχεδόν ανίατη ασθένεια. Παρασυρόμαστε θεωρούμε την εργασία που κάνουμε πιο σημαντική απ’ ό,τι είναι στ’ αλήθεια. Κι όμως, πόσες εργασίες δεν εκτελούνται από άλλους, πόσα πράγματα αφήνουμε χωρίς να τα κάνουμε! Κι αν αρρωστήσουμε; Τι γίνεται τότε; Πόσο άγρυπνα πλάσματα είμαστε! Αποφασισμένοι να μη ζούμε με τις επιταγές της πίστης, τουλάχιστον στο βαθμό που μπορούμε να το αποφύγουμε. Όλη μέρα σε επαγρύπνηση, τη νύχτα λέμε με το ζόρι την προσευχή μας και αφηνόμαστε στην αβεβαιότητα. Η ζωή μας είναι ένας ψυχαναγκασμός, ένα αντικείμενο λατρείας, η πιθανότητα για αλλαγή κάτι που αρνιόμαστε σθεναρά.


Walden ή Η Ζωή στο δάσος
Henry D. Thoreau
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ