19.4.22

Θυμόταν κάθε Μ. Εβδομάδα ότι οι άνθρωποι σκοτώνουν ακόμη και το θεό τους...Απόσπασμα.

Πλησίαζε το Πάσχα. Μεγάλη Παρασκευή. Ίδια ήταν η Μ. Παρασκευή από τότε που θυμόταν τη ζωή του. Από τον πρώτο επιτάφιο που είχε πάει πιασμένος χέρι-χέρι με τη γιαγιά του, ήταν δεν ήταν πέντε χρονών. Οι παιδικές φωνές έσμιγαν με το χτύπημα της καμπάνας. 
Νταν…Νταν…αργά, αργά.
 Πένθιμα. 
Γιατί ο Χριστός είχε πεθάνει ξανά εν έτει 2028. Δε φοβόταν τον επιτάφιο. 
Δεν είχε την αίσθηση του θανάτου. 
Όπως δε φοβόταν και τα άλλα παιδιά. 
Δεν υπήρχε εξάλλου σωρός.
Ο Χριστός ήταν ο καλός Θεός, ο οποίος σε τρεις μέρες θα ανασταίνονταν. 
Οπότε δε χρειαζόταν επίσης ούτε να πενθήσει. Χρειαζόταν όμως να θυμάται ότι οι άνθρωποι είναι κακοί.Σκοτώνουν ακόμη και το θεό τους, γιατί δεν έχουν το θεό τους. 
 Αυτό θυμόταν κάθε Μ. Εβδομάδα. 
Ότι οι άνθρωποι σκοτώνουν ακόμη και το θεό τους αλλά ως θεός ανασταίνεται.
Αυτή είναι η τιμωρία τους.
Η εκδίκησή του.
Μεγάλο σπάσιμο! 
Η ασυδοσία και η έλλειψη σεβασμού στη ζωή, οδηγεί τους ανθρώπους στην αντίδραση με κύριο εκπρόσωπό της τον διάολο, τον εωσφόρο, τον εξαποδό, που τους παρασύρει στην αμαρτία. Δηλαδή σε κάθε πράξη που προκαλεί κακό. 
 Οι καλοί άνθρωποι, οι πιστοί Χριστιανοί δε φοβούνται το θάνατο. 
Γιατί έχουν καλή ψυχή, η οποία χαίρεται που θα συναντήσει τον Κύριο…


Από το μυθιστόρημα Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ, του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου. Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ