7.1.21

Γιορτές επιβεβλημένης μοναχικότητας: η ευκαιρία της οικογένειας

Μπικηρόπουλος Θεοχάρης 
συγγραφέας, blogger 

“Και ότι ο καθένας την κουβαλά μέσα του, την πανούκλα, γιατί κανέναν μα κανέναν στον κόσμο δεν αφήνει άθικτο. Και ότι ο καθένας πρέπει να είναι άγρυπνος φρουρός του εαυτού του, για να μην αφεθεί, σε μια στιγμή αφηρημάδας, να ξεφυσήσει την ανάσα του στο πρόσωπο ενός άλλου και να του κολλήσει τη μόλυνσή του.
Το μικρόβιο είναι κάτι φυσιολογικό. Τα υπόλοιπα, η υγεία, η ακεραιότητα, η αγνότητα αν θέλετε, είναι το αποτέλεσμα της θέλησης που πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε επαγρύπνηση. Ο τίμιος άνθρωπος, αυτός που δεν μολύνει κανέναν, είναι αυτός που αφαιρείται λιγότερο.Ναι, είναι κουραστικό να είσαι παλιάνθρωπος. Αλλά είναι ακόμα πιο κουραστικό να μη θέλεις να είσαι παλιάνθρωπος. Γι' αυτόν τον λόγο, όλοι είναι κουρασμένοι γιατί όλοι είναι λίγο παλιάνθρωποι”.

Ο Αλμπέρ Καμύ στα «Σημειωματάρια, βιβλίο δεύτερο» περιγράφει σχεδόν προφητικά τις συνθήκες της πανδημίας του κορονοιού και τις συμπεριφορές της «ατομικής ευθύνης», που βιώνουμε σήμερα!
Κι αν το Πάσχα το γιορτάσαμε με κάποιους περιορισμούς, τα φετινά Χριστούγεννα του σωτηρίου έτους 2020, είναι εντελώς διαφορετικά, με αυστηρούς περιορισμούς «απομόνωσης» καθώς η πανδημία θέριεψε στην Πιερία και ο νομός βρίσκεται σε τραγική κατάσταση, με πολύ μεγάλο αριθμό θετικών κρουσμάτων, νοσούντων και θανάτων.

Λίγους μήνες πριν με αφορμή την εμφάνιση της πανδημίας και τις «νέες συνθήκες» που «έπληξαν» τη ζωή μας και τον πολιτισμό συνειδητοποιήσαμε πρώτη φορά ότι «πολιτισμός είναι η δημιουργία οποιουδήποτε χώρου συνάντησης των ανθρώπων όπου εκεί μπορούν όλοι σα μια παρέα να ανταλλάσσουν όλα τα σύμβολα της ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης, μέσα από τη συζήτηση και το διάλογο.»

Αυτό δυστυχώς εξ ανάγκης έχει εκλείψει με τις απαγορεύσεις των υγειονομικών πρωτοκόλλων. Αυτή η συλλογικότητα και ο «συγχρωτισμός» -για να καταφύγω στην έκφραση των ημερών, φαίνεται ότι δε θα είναι ποτέ ξανά ίδια...
Η νέα κανονικότητα δεν έχει καμία σχέση με την «κανονικότητα» της απόλυτης ελευθερίας που γνωρίζαμε και όπως την εννοούσαμε ως τα τώρα, με την ελεύθερη χωρίς περιορισμούς, τη «δια ζώσης» δηλαδή άμεση επαφή των ανθρώπων, με την κανονικότητα της απόλυτης ελευθερίας βούλησης και πράξης, σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.

Καθώς η «νέα κανονικότητα» –για το καλό μας- επιβάλλει την απόσταση ασφαλείας του ενός από τον άλλο δύο μέτρων και τη χρήση μάσκας και στους εσωτερικούς χώρους, σε κανένα στέκι, βιβλιοπωλείο, γκαλερί, σε κανένα θέατρο, κινηματογράφο, πνευματικό κέντρο και μέγαρο, σε καμιά εκκλησία, σε καμιά πλατεία, σε κανένα καφενείο, δε μπορούμε να έρθουμε ο ένας κοντά στον άλλο, απολαμβάνοντας τις στιγμές.

Πως μπορείς να ζεις σε συνθήκες αποστειρωμένες, χωρίς να βλέπεις το πρόσωπο του συνομιλητή, τις γκριμάτσες, το χαμόγελο, την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία, τις εκφράσεις γενικότερα, βάζοντας και βγάζοντας παράλληλα τη μάσκα για να απολαύσεις τον καφέ, το ποτό;

Η μάσκα μας προστατεύει από τον αόρατο εχθρό που τριγυρίζει γύρο μας, μας κρύβει όμως από όλους. Μας απομονώνει και ζούμε συνθήκες επιβεβλημένης μοναχικότητας. Της μοναχικότητας που είναι το καταφύγιο της δημιουργίας, η απαρχή της έκφρασης τη στιγμή της έμπνευσης του καλλιτέχνη, όμως αυτή η επιβεβλημένη μοναξιά, πηγάζει από το φόβο του θανάτου.
Τα υγειονομικά πρωτόκολλα, η καραντίνα, οι αριθμοί των κρουσμάτων των διασωληνομένων, των θανάτων, τα εμβόλια, οι «αρνητές», οι έρημοι δρόμοι, οι «φιγούρες» με τις μάσκες, η αποστειρωμένη μας ζωή, όλα αυτά μαζί με το κρύο του χειμώνα, συνθέτουν τη σκηνή μιας πρωτόγνωρης κατάστασης, ένα θέατρο του παραλόγου που κανείς δε μπορούσε να φανταστεί σε αυτή την παγκόσμια διάσταση και που όλοι συμμετέχουμε ως μοναχικοί πρωταγωνιστές (μάλλον ως κομπάρσοι!), χωρίς να μπορούμε να αρνηθούμε!

Οι καταστάσεις που βιώνουμε, μοιάζουν -και είναι -, τιμωρία της κοινωνικότητας. Ποιος άραγε μας τιμωρεί;
Η γέννηση του Θεανθρώπου, είναι η ευκαιρία, να ζωντανέψει στο νου και τη συνείδησή μας αυτό που λησμονούμε: ότι ο Χριστός είναι «μεθ’ ημών» αυτές τις θολές ημέρες της αμφιβολίας και της αδυναμίας.
Ας Τον υποδεχθούμε με αναζωογονημένη πίστη και αγάπη.
Ας μπούμε νοητά μέσα στην αιώνια φάτνη του θείου βρέφους, στις δύσκολες συνθήκες της γέννησής του και να γιορτάσουμε με τους ανθρώπους που αγαπάμε, μέσα σε ένα δωμάτιο, σε ένα σπίτι, ανταλλάσσοντας αισθήματα και όχι δώρα σε κουτιά με ωραίο περιτύλιγμα, αναζητώντας την ουσία της ευτυχίας.
Απαλλαγμένοι έστω μια και τελευταία φορά, από τις «περιττές καταναλωτικές συνήθειες ».

Ας θυμηθούμε τους ανθρώπους που έφυγαν από κοντά μας, ας στρέψουμε το βλέμμα σε αυτούς που είναι μαζί μας, ας αφιερωθούμε στα παιδιά μας, ας αγκαλιαστούμε με αγάπη, ας ζήσουμε κάθε στιγμή.
Η ζωή κυλάει και χάνεται και ο πανδαμάτωρ χρόνος, είναι αμείλικτος και λίγος.

Φέτος τα Χριστούγεννα, γύρω από χριστουγεννιάτικο δένδρο ή το καραβάκι, έχουμε την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να αντλήσουμε αγάπη από τα βλέμματα των αγαπημένων μας, τα χαμόγελα, τα πρόσωπα, την αγκαλιά τους.
Πόσα Χριστούγεννα γιορτάσαμε όλοι μαζί στην οικογενειακή θαλπωρή;
Πόσα Χριστούγεννα θα έχουμε την ευκαιρία να είμαστε ξανά όλοι μαζί;
Αυτός ο Δεκέμβριος είναι διαφορετικός, αυτά τα Χριστούγεννα είναι διαφορετικά.
Ας προσαρμοστούμε στο διαφορετικό κι εμείς. Για να προλάβουμε τη ζωή.
Καλά Χριστούγεννα!


*** ΥΓ . Παραφράζοντας την έκφραση που λένε οι οικονομολόγοι «ότι η κρίση είναι ευκαιρία», σε αυτές τις συνθήκες που ζούμε, «η καραντίνα είναι ευκαιρία να διαβάσουμε». Διαβάζουμε βιβλία, χαρίζουμε βιβλία.
Μένουν στο μυαλό και στην καρδιά όσων αγαπάμε!



[Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου
Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ-εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ]


Άνοιξε την πόρτα. 3 κοριτσάκια με κόκκινα μάγουλα από το κρύο, κουκούλες, κασκόλ, γάντια και χαμόγελα, αναφώνησαν ταυτόχρονα: «Να τα πούμε;»
«Να τα πείτε….»
Το μεσαίο κοριτσάκι, ήταν ίσα με έντεκα- δώδεκα χρονών, το μεγαλύτερο της παρέας σήκωσε μπροστά του ένα τάμπλετ, ακούμπησε με το δάχτυλο την εφαρμογή και από το youtube έβαλε …τα κάλαντα.
Έμεινε εμβρόντητος. Έμεινε να παρατηρεί χαμογελώντας!
«Πόσο αλλάζει ο κόσμος…» σκέφτηκε.
Τα διδυμάκια τινάχτηκαν επάνω και με τις πιτζάμες κόπιασαν στην πόρτα.
Έδωσε από ένα πεντάευρω στο καθένα. Τα πήραν βιαστικά και με χαμόγελο, τα έχωσαν στην τσέπη τους.
«Και του χρόνου με υγεία», αναφώνησαν και οι τρεις κοπελίτσες ταυτόχρονα. Γέλασε. Τουλάχιστον οι ευχές ήταν live!
«Πολλά τις έδωσες. Δεν τραγούδησαν τα κάλαντα. Ήταν fake. Εμείς θα τα τραγουδήσουμε, γιατί τα ξέρουμε!» είπαν με μια φωνή τα διδυμάκια.