6.4.20

Ανδρέας Εμπειρίκος-Εις την οδόν των Φιλελλήνων Στον Conrad Russel Rooks

«Ναι, ήτο Ιούλιος. και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Ντάπια του Μεσολογγιού και ο Μαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου
επάλλοντο σφύζοντες
στο φως, όπως στου Μεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Αζτέκων.
Το θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος,

αλλά ζέστη –η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Και όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Κάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Τα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα –οι άνθρωποι και τα κτίσματα– τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και έξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Τότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
«Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να ύπαρξη τέτοιο φως! Το φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

Ανδρέας Εμπειρίκος-Εις την οδόν των Φιλελλήνων
Στον Conrad Russel Rooks