«Έμαθα να χτίζω τείχη όχι για να εμποδίσω κάποιους να μπουν στη ζωή μου, αλλά για να δω ποιοι θα σκαρφαλώσουν για να μπουν στην καρδιά μου…»
- «Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες.»
- «Είναι μερικοί… εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, που ξύνουν το σκοτάδι με τα νύχια τους και βρίσκουνε κομμάτια φως.»
- «Ο χρόνος δικάζει. Άλλοτε γράφει κι άλλοτε διαγράφει.»
- «Η τελειότητα που πλασάρουν κάποιοι και η μεγάλη
ισορροπία με ξενερώνουν. Στεγνώνει το στόμα μου. Δεν αντέχω.
Θέλω μια ρωγμή εγώ στην ψυχή, να μπαίνει μέσα η βροχή.
Ένα σηκωμένο κεραμίδι, που να μπορούν να χτίσουν τη φωλιά τους τα πουλιά.» - «Γιατί έτσι είμαι εγώ. Ή αδειάζω το ποτήρι μου ή δεν το λερώνω καθόλου.»
- «Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Αυτοί που σέρνονται με τα τέσσερα πίσω από την μοίρα τους, αυτοί που την πιάνουν από τα κέρατα και την αλλάζουν, με όποιο κόστος, κι αυτοί που απλώς την ακολουθούν, φυτεύοντας όμως σε κάθε σωρό σκατά που συναντούν κι από μια τουλίπα.»
- «Σχεδόν τίποτα. Σχεδόν καλά. Σχεδόν μαζί.
- Σ’ αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου!Τι κρίμα! Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά!»
- «Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει. Και σαστίζουν. Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει, ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν, όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.»