...από το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός του πολυβραβευμένου Ανδρέα Εμπειρίκου, που άρχισε να γράφεται από το 1945 και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του. Μ’ αυτό το έργο ο ποιητής οραματίζεται «το μοντέλο ενός ολοκληρωτικά απελευθερωμένου κόσμου».
”Τα πράγματα που ο Ανδρέας ηγάπα υπεράνω όλων των άλλων, ήσαν κατά σειράν, αι ηδοναί του έρωτος, η ποίησις και τα μεγάλα ταξίδια – όμως, όχι εκείνα που επιτρέπουν, απλώς, την μουσειακήν, τρόπον τινά, διαπίστωσιν και ταξινόμησιν του λεγομένου «εντοπίου χρώματος», αλλά τα επιτρέποντα την προέκτασιν, την προβολήν και την συμμετοχήν εκάστου «Ενός», εκάστου «Εγώ», εκάστου Ατόμου, διά της βιουμένης προσωπικής κατανοήσεως της ολοκληρωτικής ουσίας και της οικουμενικής εννοίας, εις την καθολικότητα και τον πλήρη ρυθμόν του Κόσμου.”
””Ααααα!…Ααααα!…Ωωωωω!…Ααααα!…”, έκαμε συνεχώς η Έθελ και έσπρωχνε με δύναμιν το ερωτικόν της κογχύλιον προς το στόμα του θαυμαστού της, του οποίου η γοργοκίνητος και λίαν εξασκημένη ως χαμαιλέοντος γλώσσα, έπληττε αόκνως το φουσκωτόν μουνέττον, κεντρίζουσα και γλείφουσα τάς νύμφας, την ουρήθραν και την μικράν μουνότρυπαν, διά να επιδοθή εν τέλει εις το γλωσσοκοπάνισμα της εκ νέου υπερσφυζούσης εν ακροτάτη στύσει κλειτορίδος του φιλήδονου κορασίου.”
”Διότι ναι μεν εθαύμαζε ο Ελβετός τον μαρκήσιον του Σαδ, ως μέγαν ποιητήν της ηδονής, ως μέγαν λιμπερτίνον και μέγαν ερωτογράφον, ναι μεν συμφωνούσε μαζύ του επί μερικών σημείων, αλλά ουδόλως συνεφώνει εν τω συνόλω με την φιλοσοφίαν του, και απέκρουε την αντίληψιν ότι ο έρως πραγματοποιείται πλήρως μόνο δια του βασανισμού, των πόνων και της θυματοποιήσεως του εκάστοτε αντικειμένου των πόθων ενός εραστού.”
”Δια μίαν μόνον στιγμήν εσταμάτησε ο Μπερτιέ. Όχι όμως από οίκτον, αλλά δια να στηριχθή καλώς οπίσω από τόν παρά τούς πόνους προσφερόμενον εις αυτόν, υπό τής Έθελ, κώλον της. Έπειτα κρατών τήν κορασίδα με δύναμιν από τήν μέσην, ήρχισε να τήν γαμά σφοδρώς, μανιωδώς, ενώ νέαι κραυγαί, νέαι ολολυγαί άλγους εξήρχοντο από τά χείλη τής μικράς του φίλης, αναμεμιγμένον, ωστόσον, με παρακλήσεις και παροτρύνσεις εκ μέρους της να μη διακόψη καθόλου τήν γάμευσιν ο Αιμίλιος, πράγμα που ουδόλως είχε κατά νούν ο υπερκαυλωμένος καλλιτέχνης.
Εντός ολίγου, ο Μπερτιέ έκυψε επί τής ράχεως τής πτωχής κόρης, και θέτων τήν δεξιάν του εις τό αιδοίον της, ήρχισε να τήν αυνανίζη, τρίβων τήν κλειτορίδα της. Αι κραυγαί τού πόνου γρήγορα κατέπαυσαν και γρήγορα τάς διεδέχθησαν γλυκύτατοι αναστεναγμοί ηδονής και, κάθε τόσον, ηκούοντο και εξαίσιαι, συνταρακτικαί κραυγαί οξείας λαγνείας, ενώ αι γαμικαί κινήσεις τού βαθέως ηδονιζομένου ανδρός καθίσταντο ολονέν πλέον ζωηραί και κραταιότεραι.”
.gif)