μέσα στην ολόθερμη ακινησία της καλοκαιρινής κίνησης, μέσα στη δυσανάγνωστη σιωπή του αστικού θορύβου, μέσα στην εύκολη ανάγνωση ή στη βαθιά απόλαυση τού μυστηρίου της φύσης, και ανάμεσα σε πλήθος νέων βιβλίων ξεπροβάλλει το καινούριο λογοδημιούργημα της Θεοφανίας Ζέττα Τσεντικίδου «Στοχασμοί υπό… ποίηση II: Αυτογνωσίας και ετερογνωσίας αναγνώσματα», που η συγγραφέας χαρακτηρίζει και ως «ραψωδίες χωρίς έπη», αφού τα ποιήματά της έχουν τη σύνδεση και τη διαδοχή μιας ενιαίας αφήγησης.
Ιδιαίτερα προσεγμένη από τις εκδόσεις «Οξύνοια» η ποιότητα, η εμφάνιση, η αισθητική του έργου, το οποίο διανθίζεται από εικαστικές φωτογραφίες -επιλογές της Θεοφανίας- αντιπροσωπευτικές του περιεχομένου και καλλιτεχνικά επεξεργασμένες από τον ταλαντούχο φωτογράφο Παναγιώτη Φτάρα.
Πλούσια και πάλι η ιδιαίτερη γραφή της ποιήτριας μοιάζει με σπονδή στην ελληνική γλώσσα και συνηγορεί υπέρ της έντασης του νοήματος, το οποίο αποτελεί πρόσκληση στη συνείδηση να αναδυθεί σαν ήλιος ανατέλλων, ως καταστάλαγμα ζωής ίσως ή τουλάχιστον ως αποτέλεσμα αναστοχασμού ενός λυτρωτικού ταξιδιού, αναστοχασμού πάντα χρειαζούμενου, ακόμη και κατά το γλυκό, αυγουστιάτικο διάβα του χρόνου· διότι, όπως γράφει η δημιουργός «Κάποτε σε έναν τόπο, με έναν τρόπο, για κάποιον λόγο νιώθεις την ανάγκη να ψηλαφίσεις το τότε, να εναρμονιστείς με το τώρα, να «πληρώσεις εαυτόν», γνωρίζοντάς σε καλύτερα μέσω των άλλων και τους άλλους μέσω εσού, να φθάσεις οδοιπορώντας ελεύθερα και αυθεντικά στο « νόστιμον ήμαρ» της ψυχής σου, συνειδητοποιώντας πόσο το εξωτερικό σου ταξίδι στη ζωή καθρεφτίζει -αν όχι όλες- τις περισσότερες και σημαντικότερες πτυχές του εσωτερικού σου· και καταλήγεις να οραματιστείς το αύριο εντός ανοιχτού προορισμού, δικού ή και κοινού, πετώντας από την εκκίνηση στην ανάταση, στην ανάσταση».
Πλούσια και πάλι η ιδιαίτερη γραφή της ποιήτριας μοιάζει με σπονδή στην ελληνική γλώσσα και συνηγορεί υπέρ της έντασης του νοήματος, το οποίο αποτελεί πρόσκληση στη συνείδηση να αναδυθεί σαν ήλιος ανατέλλων, ως καταστάλαγμα ζωής ίσως ή τουλάχιστον ως αποτέλεσμα αναστοχασμού ενός λυτρωτικού ταξιδιού, αναστοχασμού πάντα χρειαζούμενου, ακόμη και κατά το γλυκό, αυγουστιάτικο διάβα του χρόνου· διότι, όπως γράφει η δημιουργός «Κάποτε σε έναν τόπο, με έναν τρόπο, για κάποιον λόγο νιώθεις την ανάγκη να ψηλαφίσεις το τότε, να εναρμονιστείς με το τώρα, να «πληρώσεις εαυτόν», γνωρίζοντάς σε καλύτερα μέσω των άλλων και τους άλλους μέσω εσού, να φθάσεις οδοιπορώντας ελεύθερα και αυθεντικά στο « νόστιμον ήμαρ» της ψυχής σου, συνειδητοποιώντας πόσο το εξωτερικό σου ταξίδι στη ζωή καθρεφτίζει -αν όχι όλες- τις περισσότερες και σημαντικότερες πτυχές του εσωτερικού σου· και καταλήγεις να οραματιστείς το αύριο εντός ανοιχτού προορισμού, δικού ή και κοινού, πετώντας από την εκκίνηση στην ανάταση, στην ανάσταση».