4.10.21

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΕΓΩ! Του Θεόδωρου Τσιώτσιου.

Πριν από δύο μέρες παραβρέθηκα σε μια παρουσίαση Βιβλίου ενός Συγγραφέα, και όχι μόνο, αλλά και Δημοσιογράφου, Καθηγητού, κ.λ.π, κ.λ.π. Έχει γράψει πολλά βιβλία δεν θυμάμαι ακριβώς πόσα, δεν άκουσα καλά νομίζω 13. Ένα από αυτά είναι, Ο ΚΈΝΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ. Το διάβασα όλο αν και πολυσέλιδο σε αυτό είναι η ζωή του κάθε επαγγελματία, εργάτη, δάσκαλου, βουλευτή, Υπουργού, Πρωθυπουργού! 
Με λίγα λόγια η Ιστορία τής Ελλάδας, Αγάπη,  Έρωτες, μίσος, Οικογένεια, Συγγενείς, ήθη, έθιμα, σας λέω η ζωή μια ιστορία πού νομίζεις πώς είσαι και εσύ κάπου σε όλα αυτά!
Αυτή τη φορά είχε κάτι πρωτότυπο, ΕΙΔΩΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, έτσι λέγεται το νέο του βιβλίο.
Εδώ λοιπόν αρχίζει η δική μου Ιστορία!
Κάθισα το βράδυ και το διάβασα όλο, με προβλημάτισε λέω δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα, αλλά επειδή είχε περάσει η ώρα λέω λοιπόν αύριο θα δοκιμάσω, έτσι και έγινε.
Το πρωί μόλις σηκώθηκα κάθομαι στο κρεβάτι απέναντι από τον καθρέφτη και σκέφτομαι, να δοκιμάσω να δω αν αυτά είναι αλήθεια. 
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ μου όμως είναι σε τρία φύλλα, ανοίγω και τι να δω?
Το αριστερό φύλλο με έδειχνε από την πολύ μικρή ηλικία, δηλαδή τα παιδικά μου χρόνια τα πέτρινα, ο δεξιός στην εφηβική ηλικία, και αυτός στο κέντρο ο μεγάλος την σημερινή κατάσταση, δηλαδή μετά από 85 χρόνια, και ενώ χάζευα βλέποντας αυτά τα παράξενα πράγματα, πετάγεται ο αριστερός και μου λέει.
Τι με κοιτάζεις έτσι με ξέχασες; δίκιο έχεις μετά από ογδόντα τόσα χρόνια, εγώ όμως σε θυμάμαι, θυμάστε όταν οι Γερμανοί κάψανε το χωριό και βγήκαμε από το σπίτι ξημέρωμα με την μητέρα τον παππού, την αδερφή, και τον μικρό αδελφό πού τον είχε στην πλάτη η μητέρα, εκείνο το βλέμμα του παππού και της μητέρας που γύρισαν και ρίξανε μια ματιά στο σπίτι με δάκρυα στα μάτια είναι σαν να το αποχαιρετούσαν.
Πόσες χαρές πόσα βάσανα περάσανε σ' αυτό το σπίτι, και τώρα έρχεται ένας κατακτητής και σού λέει αυτό το σπίτι δεν σού ανήκει, πόσο κόπο πόση δουλειά, πόση αγωνία πού λέγανε πάντα, ένα κεραμιδί να βάλω μέσα την οικογένεια, όλα αυτά τώρα τα αφήνουμε και κοιτάμε να σώσουμε τη ζωή μας τη ζωή των παιδιών μας, κατεβήκαμε τις σκάλες χωρίς να ξανά κοιτάξουμε πίσω μας.
Και πήραμε το δρόμο για το βουνό να γλιτώσουμε, το πρέπει να ήμασταν οι τελευταίοι γιατί υπήρχε παντού ησυχία, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την απόλυτη ερημιά.
Δεν μπορώ να σάς περιγράψω πώς περάσαμε για πολλές μέρες μέσα στην παγωνιά και το τσουχτερό κρύο, στο δρόμο πού ανεβήκαμε εκείνη την αναφορά πού μας βλέπανε οι Γερμανοί και μας γάζωναν με τα τα πολυβόλα και έλεγες την μητέρα να σκύψει να μήν την χτυπήσει καμιά σφαίρα, τα ξέχασες μωρέ ξεχνιούνται αυτά?
Για μια στιγμή πετάγεται ο άλλος από δεξιά θυμωμένος και του λέει, τι του τα θυμίζεις τώρα αυτά άσε τον άνθρωπο να ηρεμήσει του φτάνουν αυτά που πέρασε στα παιδικά του χρόνια,
Τι λέει αυτός, αν ξεχάσεις τα περασμένα είναι σα να μήν υπάρχεις μπράβο του που τα θυμάται ακόμα, έτσι είναι η ζωή εσύ δεν θυμάστε τίποτα?
Τσιμουδιά ο μεγαλύτερος ο έφηβος έσκυψε το κεφάλι μουρμουρίζοντας, ξέρεις πόσα έχω ακόμα να του θυμίσω, στα χρόνια μας περάσαμε πολύ άσχημες και δύσκολες καταστάσεις, από το βουνό μας πήγε ο πατέρας σε ένα Μοναστήρι, του Άγιου Αθανασίου, άλλες λαχτάρες εκεί με τους αντάρτες, τα αποσπάσματα, μέρα νύχτα δεν είχαμε ησυχία και όλοι κάτι ήθελαν, αυτούς που θυμάμαι εκεί είναι ο μάγειρας ο Αριστοτέλης, πώς προλάβανε αυτός ο άνθρωπος να μαγειρεύει και να ζυμώνει για τόσα πολλά άτομα που ήμασταν στο Μοναστήρι, γιατί έξω από στο προαύλιο της Μονής ήταν και πολλοί πρόσφυγες, άλλη που θυμάμαι είναι η Μοναχή και δασκάλα μου με την ψυχοκόρη της 8 χρονών και αυτή όπως εγώ.
Δεν σταματάς λέω εγώ δεν βλέπεις πώς τον έκανες άνω κάτω, αφού τον βλέπεις δεν είναι εδώ τώρα ζει κάθε λέξη που λες, φτάνει, τον γύρισες πολλά χρόνια πίσω σταματά.
Πού είσαι ακόμα, απ΄ ότι θυμάμαι μετά από δύο χρόνια φύγαμε από το Μοναστήρι και πήγαμε σε ένα πολύ ωραίο χωριό με πολύ καλούς και φιλόξενους ανθρώπους, εκεί ήταν και άλλες οικογένειες από το χωριό μας, στην Νέα Αγαθούπολη.
Εσύ γιατί δεν μιλάς μου λέει ο δεξιός καθρέφτης ο έφηβος, τι τον αφήνεις και σε αναστατώνει?
Σε βλέπω και σε καταλαβαίνω πώς αισθάνεσαι τώρα αυτά είναι περασμένα μην γυρίζεις τόσο πίσω τώρα προχωράμε μπροστά άλλες εποχές τότε, άλλες τώρα ζήσε την κατάσταση όπως έρχεται ζήσε την κάθε μέρα, κάθε ώρα, δεν βλέπεις τι γράφει ο φίλος σου αυτός που γράφει βιβλία, αλήθεια πως λέγεται κάποιος που γράφει βιβλία;
Πετάγεται ο αριστερός ο πιτσιρικάς και του λέει.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΟΣ, χα χα...γελάσαμε και οι δύο, Συγγραφέας ρε μπούφο, και συνεχίζει ο μικρός,
Άσε τις εξυπνάδες Ξέρεις πόσα περάσαμε σ'αυτό το χωριό; πρώτα αρχίσαμε το σχολείο ή αδερφή μας μικρότερη κατά τρία χρόνια πήγαμε μαζί στην πρώτη τάξη, ο δάσκαλος αφού έμεινε 3-4 μήνες τον πήραν φαντάρο, ήρθε κάποιος άλλος και αυτός σε λίγο καιρό και αυτός στο στρατό, έτσι περάσαμε τον πρώτο χρόνο.
Την επόμενη χρονιά ήρθε κάποιος Αλέκος πω πω ξύλοοο και το κακό είναι πως όταν έσπαζε η βέργα μάς έλεγε να του πάμε μία άλλη αλλά να είναι γερή από κρανιά μας έλεγε.


Και κάτι ακόμα...
Ήταν Ιούλιος μήνας σχολείο δεν είχαμε, παίρνω τον μικρό μου αδελφό και πάμε στην παραλία εκεί ήρθε ένας μεγαλύτερος γύρο στα δεκαπέντε χρονών, ενώ παίξαμε βλέπω μία βάρκα την είχαν εγκαταλείψει ανάποδα γυρισμένη πολύ καιρό την γυρίσαμε και μας λέει ο μεγαλύτερος, πάμε μία βαρκάδα, τα κουπιά ήταν μέσα και δέν πάμε.
Μένουμε μέσα και αρχίζει να τραβάει κουπί, σε λίγο αρχίζει η βάρκα να γεμίζει με νερά, τόσο μυαλό είχε ο μεγαλύτερος μου λέει πάρε το ψαροκούτι και βγάζε τα νερά, αλλά έμπαζε συνέχεια.
Καμιά φορά ακούμε φωνές από ένα καφενείο πού ήταν επάνω στο λόφο και μας είδαν, ξέρανε πώς η βάρκα ήταν πολύ καιρό έξω και τα σανίδια είχαν αφαιράση, (άνοιγμα κενό) φώναζαν να βγούμε γιατί θα πνιγούμε αν συνεχίσουμε, και είχαν δίκιο η βάρκα είχε γεμίσει με πολύ νερό, ευτυχώς πού μας είδαν αλλιώς θα είχαμε πνίγει.
ΗΤΑΝ Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΉΤΗ ΗΛΊΑ, ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΆ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΗΜΈΡΑ ΠΟΥ ΓΎΡΙΣΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΓΑΛΛΊΑ, ΣΩΤΗΡΑΣ ΜΟΥ ΔΥΟ ΦΟΡΈΣ.
Πετάγεται ο άλλος και μου λέει.
Τώρα θέλεις να τα ακούσεις και εσύ, είναι δυνατόν να του πηγαίνατε την βέργα που την έσπαγε επάνω σας? 
Τόσο αθώοι ήσασταν;
Και οι γονείς τι κάνανε δεν τον στέλνανε...
Του λέει ο άλλος αμ δέν, το αντίθετο έρχονταν και του λέγανε, δάσκαλε άμα δεν "σιακούει τβέργα", αυτά με το σχολείο.
Να μην ξεχνάμε όμως πώς ήμασταν πολύ ζωηρή, κάναμε πολλές ζημιές, αφού κάναμε ακόμα όπλα που πετούσαμε πέτρες, όχι η σαΐτα, άλλο σχέδιο.
Αυτό δείχνει πώς ζούσαμε μέσα σε πόλεμο γιαυτό ότι κάναμε ήταν παιχνίδι για πόλεμο.
Δεν ξέρω αν το θυμάστε επειδή ήσασταν μικροί.
Πετάγεται ο μικρός και μας λέει ξέρω τι θα πεις, για εκείνο το βράδυ που ήρθαν οι αντάρτες στο χωριό και μπήκαν στο σπίτι, ακόμα και τώρα που το θυμήθηκα τρέμω, κοιμόμασταν στη σειρά, ο παππούς, εσύ, εγώ, η αδερφή μας, και ο αντάρτης είπε στη μητέρα να σηκώσει λίγο τι λάμπα για να δει αν ήμασταν μεγάλοι να μάς πάρουν μαζί τούς το λεγόμενο Παιδομάζωμα.
Σηκώνοντας την Βαλέντσια το όπλο ήρθε μπροστά στα μάτια μου, ευτυχώς ο αντάρτης είπε πώς εδώ ένας γέρος και μικρά, την άλλη μέρα εγώ δεν μπορούσα να προφέρω ούτε μία λέξη από την λαχτάρα, αυτό κράτησε όμως πολύ καιρό το πλήρωσα πολύ ακριβά. Αυτά όλα τα λέει ο μικρός από αριστερά. Και
μικρός πέρασε πολλά γιαυτό τον αφήνω να τα πει όλα και να ξαλαφρώσει, γιατί ο άλλος τον δουλεύει και του λέει πώςαυτός δέν δούλεψε καθόλου, τον πηράζει και σπάει πλάκα μαζί του, αλλά δεν τον αφήνει να συνεχίσει και ξαναρχίζει. Μετά από αυτός όπου φύγει, φύγει, για την Κατερίνη είχαν χτυπήσει τα πρώτα σπίτια στο Συνοικισμό Καταφυγιοτών εκεί λοιπόν σε ένα σπίτι δύο δωματίων Δύο οικογένειες "9" άτομα, εσύ δεν τα θυμάσαι λέει τον έφηβο εδώ συνεχίσαμε το σχολείο σε ένα σπίτι αυτά των δύο δωματίων ανά δύο τάξης και σε συγκεκριμένα ωράρια έτσι περάσαμε πολύ καιρό έως ότου έγινε το "7'ον Δημοτικό σχολείο, εκεί εγώ βρε μεγάλε ήμουνα και σημαιοφόρος έτσι για Ξέρεις πού μου έκανες παρατήρηση γιατί πήγα στην παρουσίαση Βιβλίου εγώ ο αγράμματος, είδαμε τι μας κάνανε και αυτοί οι παραμορφωμένοι ακόμα δεν έβαλες μυαλό, πρώτα Άνθρωπος, και μετά η μόρφωση, και να έχεις όρεξη για δουλειά.
Κατάλαβες, μούγκα ο έφηβος, έτσι τελείωσα το σχολείο το 1952.
Τον ρωτάει ο έφηβος τελείωσες αϊντε τώρα μούγκα ήρθε η σειρά μου, και μην σ'ακούσω να ξαναπείς κουβέντα, εντάξει τώρα έχεις να μας πεις τα δικά σου, αν θυμηθώ κάτι θα σε διακόψω του λέει ο μικρός.
Εντάξει τούς λέω δεν θα μαλώσουμε τώρα για λεπτομέρειες, το θέμα είναι να μήν ξεχνάμε αυτά που περάσαμε όλα αυτά τα, χρόνια και να λέμε δόξα το θεό, φαντάζεστε να μάς είχαν πάρει τότε στο Παιδομάζωμα? Λοιπόν σ'ακούμε νεαρέ.
Από που να αρχίσω, και τι να πρώτο θυμηθώ, μετά το σχολείο πήγα σε ένα μαγαζί με ζαχαροϊδή προϊόντα χωρίς ασφάλεια, άδεια, και ωράριο όταν τελείωνε η δουλειά όταν έβγαζε το Ι.Κ.Α. Ελεγκτή το αφεντικό το μάθαινε και με έστελνε στο σπίτι, να ξεκουραστείς μου έλεγε, όταν του έκανε παράπονα ο πατέρας μου με απέλυσε.
Πήγα σε ένα μεγάλο μπακάλικο, εκεί έλεγα να μην υπάρχει βδομάδα με Σάββατο, γιατί ήταν το παζάρι και έρχονταν όλα τα γύρο χωριά, δουδουλειά από νύχτα σε νύχτα με ψίχουλα, η ανάγκη βλέπεις, υπήρχαν όμως και καλοί εργοδότες αλλά μετρημένοι στα δάχτυλα ενός χεριού.
Ετσι λοιπόν πήρα την απόφαση και λέω στον πατέρα μου πατέρα θα έρθω μαζί σου Υλοτόμος, τι λες μωρέ, το σκέφτηκες καλά είναι πολύ βαριά η δουλειά, βουνά, κρύο, μοναξιά για μήνες, μήν μου πείς μετά ότι δεν σε προειδοποίησα.
Έτσι και έγινε την άνοιξη το πρώτο μου ταξίδι, σε ένα φορτηγό επάνω 18 άτομα με τα πράγματα μας τα εργαλεία, τσεκούρια και πριόνια ξεκινήσαμε για την Νάουσα, στο Βέρμιο,η αλήθεια είναι πως μετάνιωσα πικρά για την απόφαση μου αυτή, αλλά ήταν αργά για κλάματα,
Αφού φτάσαμε στη θέση πού θα κάναμε το (Σπίτι μας,) Εγώ έβλεπα μόνο τι κάνανε οι άλλοι, και μου λέγανε τι περιμένεις δεν βλέπεις ότι κάνουν όλοι το ίδιο και εσύ, πέρασε η ώρα και ήρθε το βράδυ, τώρα τι κάνουμε, πώς θα κοιμηθούμε;
ΤΟ μέρος μούσκεμα, βλέπω τούς άλλους να μαζεύουν φτέρη να την στρώσουν για κρεβάτι, μου λέει ο πατέρας μου μήν κάθεσαι θα νυχτώσει μάζευε, μάζεψα λοιπόν και εγώ για το κρεβάτι μου το προκόβη στρώσει και ύπνο με την Βελέντσα, γυρίζω στην μια πλευρά μην με βλέπει ο πατέρας και αφού άρχισαν να ροχαλίζουν, με πιάνει ένα κλάμα πού δεν ξέρω πόσες ώρες κράτησε. Έτσι πέρασε η πρώτη μέρα.
Αφού κάναμε την καλύβα, είναι το σπίτι των Υλοτόμων είναι ένα μεγάλο καλύβι στενόμακρο γύρο στα "7" μέτρα από την μία πλευρά και την άλλη είναι τα κρεβάτια στη μέση ο διάδρομος στο πλάι ταπετσαρία και επάνω ράφια, όλοι στρωματσάδα ο ένας δίπλα στον άλλο, όλοι το ίδιο καμιά εξαίρεση γιαυτό λεγότανε σύντροφοι, Αυτοί ήταν πραγματικά σύντροφοι και όχι κάτι άλλοι, όλοι το ίδιο Μεροκάματο, το ίδιο φαγητό.
Την άλλη μέρα πολύ πρωί ξεκινήσαμε για την δουλειά, ήταν μισή ώρα δρόμος αφού πήγαμε το κάθε ζευγάρι εκεί πού ήταν τα δέντρα αρχίσαμε τη δουλειά, σε λίγες ώρες είχαν αρχίσει να τρέχουν αίματα από τα χέρια μου, είδα τον πατέρα μου πού ήταν τόσο σκληρός τα μάτια του είχαν εκείνο το δάκρυ που θέλεις να κρύψεις να μην σε δούνε οι άλλοι.
Εγώ στο είχα πει μου λέει, δεν είναι εύκολη αυτή η δουλειά, εγώ όμως δεν ήθελα να τον απογοήτευσω και να τον προσβάλω μπροστά σε όλη την παρέα, μου τα έδεσε με πανιά και συνεχίσαμε, σε λίγες μέρες εκείνες οι πληγές είχαν γίνει κάλους,κομμάτια από σκληρό δέρμα όπως ένας κάλος στο πόδι, έτσι περάσαμε το πρώτο τρίμηνο ταξίδι μέσα στο δάσος στο Βέρμιο.
Και ήρθε η ώρα τής επιστροφής με το ίδιο φαγητό όλοι στην καρότσα με όλα τα πράγματα μας και τα εργαλεία γυρίσαμε στο σπίτι.
Τα γράφω τώρα, και απορώ και εγώ, τρείς μήνες στο δάσος νεαρός τότε " 19" χρονών όπως είχαμε μάθει στην πόλη με τις παρέες την βόλτα μας κάθε βράδυ, και όμως έτσι έγινε είπα μέσα μου εδώ υπομονή με το χρόνο κάτι θα αλλάξει, εδώ έχεις ένα καλό Μεροκάματο κουράγιο λοιπόν, όταν γυρίσαμε στην Κατερίνη την άλλη μέρα έγινε και η εκκαθάριση λογαριασμού, όλοι το ίδιο Μεροκάματο, εγώ σαν μαθητεβόμενος μου κράτησαν κάτι λίγα και τα μοίρασαν σε όλους.
Ο ένας από αυτούς τους λέει, τα δικά μου να τα δώστε τον Θεοδωράκη να πάρει ένα παλτό να με θυμάται, εμένα με πήραν τα ζουμιά,ξεχνιούνται αυτά.










Μου λέει ο έφηβος ναι, αλλά εσύ μετά από χρόνια αυτούς μάλλον πολλούς από αυτούς, τους βοηθούσες το ξέχασες? δεν πειράζει, κάνε το καλό και ρίξτω στο γιαλό, έτσι λέει μια παροιμία.

Και συνεχίζει ο έφηβος, κάναμε πολλά ταξίδια με διαφορά άτομα, αλλά πάντα ο καθένας είχε τον δικό του Σύντροφο, με αυτόν που μπορούσε να συνεργαστεί υπήρχαν περιπτώσεις πού αν δέν ταίριαζαν δεν ξαναπήγαινα μαζί.
Δούλεψα σε πολλά βουνά, πρώτα τα κοντινά εδώ, τον Όλυμπο, τον Κίσαβο, στο Βέρμιο, στα Πιέρια, στό Καραντερέ Δράμας, Καιμακτσαλάν, Όσσα, Πήλιο, και άλλα που δεν θυμάμαι.
Αυτό που δεν πρόκειται να ξεχάσω είναι ο Γράμμος, πού έφαγε τόσα παλικάρια, τόσα Ελληνόπουλα, τον καιρό που δουλεύαμε η τότε ΜΟΜΑ άνοιγε δρόμους για την μεταφορά ξυλείας και όπου περνούσαν τα μηχανήματα ξεύγαζαν σκελετούς ανθρώπων, εκεί αρχίζει ο διάλογος, αυτά όλα είναι κουμούνια έλεγε ο ένας, ο άλλος μπορεί να είναι και φαντάροι, Ε, δεν άντεξα αν και ήμουνα ο ποιό μικρός.
Τι λέτε μωρέ όλα αυτά Ελληνικά κόκκαλα είναι, με κοίταξαν κάπως παράξενα, ένας από όλους ο ποιό μεγάλος τούς λέει, Όϊ καλά λέει ο μικρός, και σταμάτησαν τα σχόλια. Τα Ελληνικά βουνά το κάθε ένα χωριστά έχει την δική του Ιστορία. Στον Κίσαβο πελεκίσαμε διάφορα τεμάχια, για την έκθεση πουγίνεται στην Αγιά Λάρισας, με διαφορά γεωργικά προϊόντα και ο Συνεταιρισμός μας Υλοτόμων Καταφυγιοτών στείλαμε, π.χ. στρωτίρες, για τις γραμμές των τρένων, και άλλα πελεκιμένα κούτσουρα, και κολόνες, έτσι λοιπόν μετά από"7" χρόνια Υλοτόμος αποφάσισα να ξεφύγω από αυτό το επάγγελμα.
Και όταν είδα πως ζητάνε Υλοτόμους για την Γαλλία, με την προοπτική να μάθουν την δουλειά για εργοστάσιο χάρτου και να βοηθήσουν εδώ στην Ελλάδα για βιομηχανική παραγωγή χαρτιού, ήμουνα από τούς πρώτους που δήλωσα πώς θέλω να πάω, μαζευτήκαμε κάπου 20 άτομα από την βόρειο Ελλάδα.
Αφού περάσαμε από υγειονομικό έλεγχο με κάθε λεπτομέρεια ακόμα και ένα δόντι αν είχες χαλασμένο έπρεπε να το κάνεις αλλιώς δεν περνούσες τον έλεγχο.
(Ακριβώς όπως γίνεται σήμερα στην χώρα μας με τις εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες πού έρχονται ανεξέλεγκτα χωρίς κανένα έλεγχο, τι είναι, και τι θέλουν.
Στη Γαλλία ατύχησα, μας στείλανε εκεί που στέλνανε τους εξόριστους οι Γάλλοι. Έχω γράψει όλη την Ιστορία και την περιπέτεια "4" μηνών.
Καθώς και την ζωή μας στην Γερμανία, που μετά από δεκαπέντε χρόνια γυρίσαμε με πενταμελής οικογένεια και το πτυχίο Ηλεκτρολόγου βιομηχανίας, starkstromelektriker. ( με άριστα όσο εγώ αλλά και ο αδερφός μού από την σχολή που πηγαίναμε.)!!
Τώρα ήρθες και η σειρά μου να σάς πω και τα δικά μου, πριν αρχίσω θέλω απλώς να σας ρωτήσω, τι θα αλλάζατε αν γύριζαν τα χρόνια πίσω;
Εσύ μικρέ τι θα μπορούσες να αλλάξεις εκείνα τα περασμένα χρόνια πού δεν είχες ψωμί δεν είχες που να μείνεις, δεν ήξερες αν αύριο θα ήσουν εν ζωή, ο φόβος που κυριαρχούσε τότε έλεγες και ζητούσες μόνο να επιζήσεις.
Εσύ έφηβε σου δόθηκαν ευκαιρίες μερικές τις εκμεταλλεύτικες και έκανες ένα βήμα μπροστά δημιούργησες οικογένεια και προχώρησες λίγο παραπάνω αλλά και πάλι δεν είσαι ευχαριστημένος, τι να κάνουμε έτσι είναι αυτή η ζωή, υπάρχουν καλύτερα, αλλά και χειρότερα, γιαυτό να λέμε δόξα το θεό που μπορέσαμε και φτάσαμε ως εδώ, και εγώ τώρα βλέπω τα λάθη που έκανα, δεν αλλάζει όμως τίποτα, μακάρι τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου να ζήσουν και να περάσουν όπως εγώ!!!!!


Ο Παππούς Θόδωρος (Τσιώτσος)