15.4.21

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΕΜΠΝΕΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ... ΤΟΥ ΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ήταν μόνον ένας γενναίος επαναστάτης. Η συγκλονιστική ομιλία του στην Πνύκα χαρακτηρίστηκε ως η πνευματική του παρακαταθήκη
Γενναίος. Ατρόμητος. Αλύγιστος. Σοφός. Ηγέτης. Μπροστάρης. Όσα επίθετα υπάρχουν που να περιγράφουν έναν άνδρα ξεχωριστό, μαχητή πολεμιστή θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν τον Γέρο του Μοριά. Τον θρυλικό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τον άνθρωπο που για πολλούς είναι η προσωποποίηση του απελευθερωτικού αγώνα του 1821.
Ήταν άνθρωπος με πολλά χαρίσματα. Όχι μόνο πάνω στη μάχη αλλά και πριν ή μετά από αυτή. Τότε που οι στρατιώτες χρειάζονται εμψύχωση. Ή
συγχαρητήρια
ή παρηγοριά ανάλογα με την έκβαση της μάχης.
Ήταν αυτός που με μια του φράση μπορούσε να δώσει φτερά στις καρδιές. Να πυρπολήσει τις ψυχές των συμπολεμιστών του. Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα, άλλωστε, όλων των πραγματικών ηγετών το να καταφέρνουν να εμπνέουν με μια και μόνο μια φράση τους.
«Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για τη λευτεριά της Ελλάδας και δεν την παίρνει πίσω», είχε πει παραμονές της σκληρότατης μάχης με τον Δράμαλη, με τον μεγαλύτερο στρατό που είχε δει ποτέ η Πελοπόννησος.
«Σήμερα γεννηθήκαμε και σήμερα θα αποθάνουμε για την ελευθερία της πατρίδας», φώναξε στους στρατιώτες του στα Δερβενάκια, όταν είδε πως πράγματι ο Δράμαλης γύρναγε προς την Κόρινθο και δεν θα πήγαινε στην Τριπολιτσά όπως είχε καταφέρει να ξεγελάσει τους υπόλοιπους Έλληνες οπλαρχηγούς.
Δυο φράσεις σχεδόν ποιητικές που έκρυβαν μέσα τους όλο το πάθος και τη φλόγα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές. Είναι πάρα πολλές. Σίγουρα δεν θα χωρέσουν όλες σε αυτό το αφιέρωμα. Ίσως να χωρέσουν οι πιο σημαντικές.
Μία από αυτές απευθυνόταν στον Ιμπραήμ όταν ο Αιγύπτιος εφάρμοσε την τακτική της καμένης γης για να αντιμετωπίσει το αντάρτικο του Κολοκοτρώνη: «Όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου».
Σε μια από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία αυτού του τόπου, όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκατσε στο εδώλιο του κατηγορουμένου για εσχάτη προδοσία, ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων συγκλόνισε το ακροατήριο, όταν ερωτηθείς «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα».
Μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του που τον οδηγούσε στην γκιλοτίνα, κάποιος έσκυψε, του φίλησε τα χέρια και του είπε: «άδικά σε σκοτώνουν, στρατηγέ» και εκείνος του απάντησε: «καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα, παρά να με σκότωναν δίκαια»!
Με σημερινούς όρους θα μπορούσε να πει κάποιος πως ο Γέρος του Μοριά ήταν «ατακαδόρος» και με τον τρόπο αυτό κέρδιζε τον συνομιλητή του. «Οι Έλληνες είναι τρελλοί, αλλά έχουν Θεόν φρόνιμον» είχε πει μια φορά, ενώ σε κάποια άλλη αποστροφή του λόγου του είχε τονίσει ότι «Το Γένος μας και άλλες φορές σταυρώθηκε, αλλά ιδού ζώμεν».
Ο Κολοκοτρώνης θα μπορούσε με τον λόγο του να σε προβληματίσει: «Το ‘’αν’’ εσπάρθη πολλές φορές, αλλά δεν εφύτρωσε» αλλά και να σε τρομάξει όταν ήθελε να επιβληθεί. Όπως τότε που κατά γενική ομολογία κατάφερε να σώσει την επανάσταση στην Πελοπόννησο όταν απέναντι στην τρομοκρατία που είχε επιβάλει με το περιβόητο «προσκύνημα» του ο Ιμπραημ, εκείνος βροντοφώναξε το ιστορικό πλέον «τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους».
Είχε και χιούμορ, όμως. «Κι ευγενέστατο, κι ενδοξότατο, κι εκλαμπρότατο, κι εξοχώτατο, και μεγαλειότατο, και μονάχα παναγιώτατο δε μ’ ωνομάσανε» ή «μαζευτήκαμε οκτώ-εννιά, τα παιδιά μου, κάτι ξαδέλφια, κάτι ανίψια και μαζί με το άλογό μου εμείς οι τρελοί ήμασταν δέκα».
Ο Γέρος του Μοριά δεν ήταν μορφωμένος με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδισε να σταθεί στο ίδιο μέρος που είχαν σταθεί κάποιοι από τους μεγαλύτερους αρχαίους ρήτορες και να εκφωνήσει έναν λόγο από τα βάθη της ψυχής του.
Στην Πνύκα, λοιπόν, το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 ο αρχιστράτηγος του Αγώνα, έδωσε έναν λόγο που από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως η πνευματική παρακαταθήκη του Κολοκοτρώνη στη νέα γενιά και ως τέτοια λογίζεται από τότε μέχρι και τις ημέρες μας.
«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση», είχε πει μεταξύ άλλων ο Κολοκοτρώνης.
Σε εκείνη την ομιλία του (η οποία παραλίγο να διαλυθεί από την χωροφυλακή γιατί θεωρήθηκε πως θα στρεφόταν κατά του Όθωνα) ο Γέρος του Μοριά δεν είχε διστάσει να κατακεραυνώσει ακόμα και την Εκκλησία για τη στάση της στην περίοδο του Οθωμανικού ζυγού:
«Σαν είδε τούτο (σσ: ότι ο Έλληνας δεν χάνει την πίστη του στον Χριστό) ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (σσ: εννοεί αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος».
Μίλησε, όμως, χωρίς να στρογγυλεύει τον λόγο του και για τις πρώτες τριβές που τελικά οδήγησαν στον αλληλοσπαραγμό μεταξύ των Ελλήνων:
«Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια».
Συγκλονιστικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκλεισε την ιστορική εκείνη ομιλία του, απευθυνόμενος στους νέους:
«Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε»