22.2.21

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ : “…Εγώ η άνθρωπος…”

«Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,/ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,/ήταν ως τώρα του ανδρός/και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω./Ποιος είναι και πως/πιο πολύ μονάχος,/παράφορα, απελπισμένα μονάχος,/τώρα, εγώ ή εκείνος;/…Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό/του απρόσωπου, ούτε κι εγώ/δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα/τι θα γίνει που τόσο καλά,/τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,/ πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες… κι εγώ έχω το δικό μου φως/εγώ ποτε, σελήνη,/είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο/ κι έχω τόσην υπερηφάνεια/που πάω τη δική του να φτάσω/και να ξεπεραστώ, εγώ,… Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου/ ξέσκισμα που τοιμάζω,/για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,/για να πω το λόγο δικό μου,/εγώ που ως τώρα υπήρξα/για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν΄αγαπώ,/εγώ πια δεν του ανήκω/και πρέπει μονάχη να είμαι,/εγώ, η άνθρωπος.»

Αποσπάσματα από το ποίημα «Η Άνθρωπος» της Ζ. Καρέλλη

H Ζωή Καρέλλη – λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Χρυσούλας Αργυριάδου – γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1901 και πέθανε το 1998. Ήταν αδελφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη* κι εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της ‘’ Πορεία ‘’ το 1940. 
Γνώριζε τέσσερεις ξένες γλώσσες, πιάνο, φωνητική και παρακολούθησε παραδόσεις φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές και έγραψε θεατρικά έργα. 
Επίσης ήταν μεταφράστρια, δοκιμιογράφος και συνεργάτιδα σε πολλά φιλολογικά και καλλιτεχνικά περιοδικά.
Το έργο της χαρακτηρίζεται από σεβασμό στον άνθρωπο και συνειδητό κοινωνικό προβληματισμό. 
Η ποιήτρια της Θεσσαλονίκης απέδωσε με συγκλονιστική ενάργεια την εικόνα στους δρόμους της πεινασμένης πόλης την εποχή του πολέμου και της Κατοχής του ’40. 
Ωστόσο και η ειρήνη θα υμνηθεί στους στίχους της και με ευαισθησία θα αγγίξει ο ποιητικός της οίστρος τις όποιες δυσκολίες της ανθρώπινης περιπέτειας στον καθημερινό βίο.
Η γυναίκα που αναζητά την ταυτότητά και την ομόλογη αναγνώρισή της στην κοινωνία είναι ένα από τα αγαπημένα της θέματα που συνθέτουν τον πλουραλιστικό προβληματισμό της.
 Στο ποίημά της ‘’ Η «Άνθρωπος» -που αποσπάσματά του προέταξα – εκφράζει γόνιμους προβληματισμούς ακόμα και μιας σημερινής γυναίκας, βαθύτατα σκεπτόμενης που ζει τις πλείστες αντιφάσεις μιας μεταφεμινιστικής κοινωνίας. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως η ποιήτρια προηγείται της εποχής της και καταδεικνύει την εναγώνια ανάβαση της γυναίκας που με την πατριαρχική παράδοση σφραγισμένη στις εμπειρίες της κατακτά συμβολικά αυτό το θηλυκό άρθρο ‘’Η’’ μπροστά από το προαιώνια αρσενικό ουσιαστικό ‘’άνθρωπος’’ .Και αυτή η χειραφέτηση δεν είναι χωρίς ακριβό τίμημα αφού η νικήτρια… πρέπει μονάχη να είναι ,αυτή η Άνθρωπος.

Στο ποίημά της η Μοναξιά 
 θα αναρωτηθεί

’’Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη/την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;/Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά /έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια/με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων/Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα/ μένουν αδιάλλαχτα, σαν να μην υπάρχει/θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει./Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες/γιατί τόση απαισιοδοξία; Σαν το τίποτα/να μεγάλωσε, να φούσκωσε αλλόκοτα,/ δείχνει ένα πρόσωπο παράφορο δίχως μορφή/έτοιμο να σκάσει, να βγάλει απ’ το νου/ όλα τα πλήθη που το κρατούν/και τώρα διασπώνται, σαν το τίποτα/να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα/Α, τι αθλιότητα περιέχουν/ τα μάτια της μοναξιάς/Φύγετε τόσο μακριά/που ποτέ να μη συναντήσετε πια/την μονάχην εικόνα σας/καθώς φαίνεται, σήμερα, ολόκληρη.’’

Δέχτηκε κυρίως επιρροές από τον χριστιανό διανοητή N.Berdiaef και από τους ποιητές P.Claudel και T.S. Eliot ενώ σε μεγάλο βαθμό είναι κοινή η πνευματική της πορεία με τον αδελφό της Ν.Γ.Πεντζίκη και τον Γ.Θέμελη.
 Συχνά επαναπροσδιορίζεται εκκινώντας από νέες αφετηρίες στοχασμού όμως εντέλει καταλήγει στη βυζαντινή και στη χριστιανική παράδοση χωρίς να παραλείπει να αποδώσει τα εύσημα στο αρχαιοελληνικό κάλλος και στο φιλοσοφικό του υπόβαθρο. 
’’Τα μάτια στις βυζαντινές εικόνες/αγίων και μαρτύρων, τα εκστατικά,/είναι διαφορετικά απ’ των αρχαίων αγαλμάτων./-Ω δόξα της πατρίδας μου διπλή κι απέραντη/χαρά η προσφορά, ανθρώπινη/δική σου παρηγοριά και διδαχή σου./Σ’ ολόκληρη την όρθωση, την άρθρωση/ του ωραίου σώματός των, είναι υπεροπτικά/σχεδόν, τα ελληνικά αγάλματα /και στην ευγενική θωριά, το βλέμμα/δείχνει αλλού να θωρεί./Οι άγιοι μονάχα δε σ’ αφήνουνε,/ το στρογγυλό τους μάτι ολάνοιχτο,/κι ωσάν έκπληκτο , σε παρακολουθεί/ σε μυστικήν, ενδόμυχη ατένιση σε οδηγεί/ για να πιστέψεις στο δικό τους όραμα/με πάσαν την υποταγή./ Όχι πια φοβισμένη, μα φωτισμένη απ’ της ψυχής το νόημα/που αντελήφθη και ομολογεί. (Το ποίημα ‘’Τα εικονίσματα’’, τόμος πρώτος, οι εκδόσεις των Φίλων 1973)

Έλαβε τις παρακάτω διακρίσεις:
2ο Κρατικό βραβείο Ποιήσεως(1956),’’Palmes Academiques’’από το Υπουργείο Γαλλίας(1956),1ο Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως(1974) και Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη(1978).
Είναι η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας**το 1982 και έως το 1981 θήτευσε στην καλλιτεχνική επιτροπή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
 Το 1988 η Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ την αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα με έπαινο που διάβασε ο Γ.Π. Σαββίδης.
 Το 1995 της απενεμήθη το Μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Τα θέματά της ο χρόνος, η μοναξιά, η φθορά, ο έρωτας , ο θάνατος κι ο λόγος της ρητός, αστόλιστος και ασκητικός -όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτήρισε ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Αργυρίου- θα αποτιμήσει με σπάνια ευαισθησία και αισθητή εσωτερικότητα ακόμα και δυσεύρετες κόγχες της ανθρώπινης ψυχής, θα μοιραστεί βίωμα και συγκίνηση , θα διδάξει δίχως να βαρύνει με στόμφο τον στίχο της: ‘’…

Λυγούνε τα κλαδιά, τα φύλλα,/οι αναμνήσεις, οι εντυπώσεις μου συγκρούονται/φωλιάζουν μυστικά πουλιά,/φωνές κρυφές, στα πιο πυκνά,/πυκνόφυλλα κλαδιά της φαντασίας./Σα φτάσει η καταιγίδα/ο στολισμός μου δέρνεται./Όρθιο το κορμί στυλώνεται,/μένει ακίνητη ψυχή κι αυξαίνει,/σα ν΄αδιαφορεί για την περιβολή μου/που παρέρχεται και θα ξανάρθει,/μαραίνεται και πέφτει,/για να φουντώσει πάλι η ζωή μου.’’
Από το ποίημα Το Δέντρο, Ποιήματα ,Ερμής 1996).

Με συγκλονιστική ειλικρίνεια -το γνήσιο ποιητικό ήθος προαπαιτεί πάντα την αλήθεια- ενώνεται η φωνή της Καρέλλη με όλο το ανθρώπινο γένος και την επώδυνη διαδρομή του στο ποίημά της ‘’Οι ουλές’’. 
Εδώ θα μιλήσει για την άκαρπη επιθυμία και το κάμα της, για το αρχέγονο τραύμα που όλο βρίσκει τρόπους να ξαναφανερώνεται: 

‘’Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν/ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας/που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν/πληγές που μας πονούν./Αν χέρι συμπονετικό δεν μας τις γιάνει/αν λόγος συμπονετικός δεν μας τις γλυκάνει/λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός,/τα τραύματα αφορμίζουν./Περνάει καιρός και κλείνουν/γιατί πρέπει να ζήσουμε./Όμως σημάδια αφήνουνε,/ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές,/Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες./Κι ας μη μας λένε τότε,/ας μην κατηγορούν, που είμαστε/οι παραμορφωμένοι.’’

Στο ποίημά της ‘’Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση’’ προτρέπει με ηρωικό ύφος για μια ιδιαίτερη στάση ζωής αυτή η τόσο ιδιαίτερη ποιήτρια: ‘’Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση./Το άσπονδο που τρέφεις,/σαν έρωτας σκληρότατος υπάρχει/και εισχωρεί ως το μεδούλι του σκελετού, που συγκρατεί του σώματος την ύψωση./Μη λησμονείς την έπαρση,/φαρμάκι αδυσώπητο, φάρμακο δυνατό/κρατάει την έκφραση άκαμπτη/και δυναμώνει η γνώση του χωρισμού… (απόσπασμα)’’.

Δοξάζει το πανηγύρι των αισθήσεων βάζοντας πάντα και μια στάλα σκεπτικισμού που υπαγορεύει η ισχυρή πνευματική της απαίτηση. Οφθαλμός οξυδερκής στο κέντρο της ποιητικής της ύλης, ευθύβολα θα αναζητήσει κάτι πέρα από τα πρόσωπα , πέρα από τα πράγματα ,και βέβαια πέρα και από τις λογοτεχνικές της επιρροές. Έτσι στο ποίημα Πόθοι ενώ το ύφος του κομίζει κάτι από τον μεγάλο Αλεξανδρινό μας ποιητή η Καρέλλη θα το σφραγίσει με τον ιδιότυπο αναστοχασμό της ,με τη γυναικεία σοφή αύρα μιας καθαρόαιμης ποιητικής ύπαρξης: 

‘’Πόθοι νεανικοί,/σαν πολύ ωραίοι, νεανικοί εραστές,/ με άψογη την αγνότητα της ορμής,/ μ’ απαράμιλλη περηφάνεια κι ευγένεια./’Εσβησαν /όπως για κάποιους νέους λεν,/ πως ο θεός τους αγάπησε/ και νέοι πεθάναν./’Ισως να εξαφανίστηκαν δίχως επιστροφή,/ κάποιαν ωραία βραδιά, /με πλήρες φως, μελιχρό της σελήνης./Η εκδοχή πως ανίερα χέρια/ τους έπνιξαν σε άνομα πάνω κρεβάτια, /σε δωμάτια για φτηνή ηδονή,/-ας την αποτρέψουμε τούτη την αποτρόπαια σκέψη./Τα φαντάσματα που ξανάρχονται/ ανήσυχα των πόθων,/ πανέμορφα, τραγικά πρόσωπα, /ομολογούν κάποιο έγκλημα, /εν τούτοις (από τα Ποιήματα ,Ερμής 1996)’’

Κλείνοντας παραθέτω το ξεχωριστό της ποίημα: ‘’Εργάτης στα Εργαστήρια του Χρόνου’’ ***από τη συλλογή ‘’Φαντασία του χρόνου’’(1949).Ας το εκλάβουμε ως μιαν απάντηση στο φάσμα της ματαιότητας, στην υπαρξιακή μας αγωνία, στη θέση μας στον χρόνο, στην ύλη και στην ανάγκη μας για δημιουργία :

‘’Καθώς εργάζονταν το σχήμα/εργάτης σε υαλουργείο,/κατάλαβε πολύ καλά τον έρωτα/για την ύλη,/όπου φυσούσε την πνοή του./Κάποτε κρύσταλλο, κάποιο μαργαριτάρι,/φίλντισι, πολύτιμο ελεφαντοκόκκαλο/ή οπάλι με χρώματα ομίχλης/προς το κυανό./ Όλ’ αυτά ύλη, που γινόταν σχήμα,/σχήμα ερωτικό, για ό,τι υπάρχει/μέσ’ στο χρόνο./Το σχήμα, δοχείο του χρόνου,/ερωτικό τον περιέβαλε,/προσφορά στο χρόνο,/προσδοκία και δέξιμο μαζύ,/αγκάλιασμα στου χρόνου τη μορφή,/το σχήμα που σχημάτιζε ειδικό,/δικής του σημασίας,/δική του φαντασία./Όμως καθώς το σχήμα έψαυε/τελειωμένο, ύστερα, το υλικό του χέρι, κατάλαβε του χρόνου την υλικότητα· καθώς το σχήμα μαζύ, και το πολύτιμο ερωτικό υλικό/γινόταν διάφανη έννοια του χρόνου./Όλα μαζύ./Ιδίως ο εαυτός του. 
(Από Τα ποιήματα, τόμος πρώτος, Οι εκδόσεις των Φίλων 1973)’’

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
*Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης(1908-1993)διακεκριμένος πεζογράφος, ποιητής και ζωγράφος
**Τα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών είναι τακτικά, επίτιμα, πρόσεδροι, ξένοι εταίροι και αντεπιστέλλοντα. Η Ακαδημία συγκροτείται από τρεις Τάξεις κατά γνωστικό πεδίο. Η Ποίηση ανήκει στη δεύτερη Τάξη.
***υπάρχει σε ηχογράφηση με απαγγελία της ποιήτριας

https://www.haniotika-nea.gr/zoi-karelli-ego-i-anthropos/