20.3.20

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ.....Απόσπασμα απο το μυθιστόρημα ο "ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ που αγαπούσε τη ΓΟΡΓΟΝΑ", του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ

Με το κερί στο χέρι, παρέες- παρέες, φίλοι ή οικογένειες ακολουθούσαν πίσω από τον επιτάφιο, σαν ένα φλεγόμενο ποτάμι. Ένα ποτάμι που ακολουθούσε τον θεό του
στην προσωρινή τριήμερη κατοικία. Κι όμως σ αυτήν την πορεία, είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους.Δεν είχαν να περιμένουν τίποτα οι συμπάσχοντες στο θείο δράμα, ο καθένας
με το προσωπικό του δράμα.Ούτε από τους πολιτικούς, ούτε από την Ε.Ε. ούτε από το ξανθό ούτε από το μελαχρινό γένος. Μόνο μια θεϊκή δύναμη άνωθεν μπορούσε να βοηθήσει. Έσκυψε να περάσει κάτω από τον επιτάφιο, έξω από την πύλη της εκκλησίας. Την τελευταία στιγμή, θυμήθηκε ότι είθισται οι πιστοί να κάνουν μια ευχή την ώρα που περνάνε από κάτω.Δεν είχε σκεφτεί καμιά ευχή. Πρόλαβε να ψελίσσει δυο λέξεις. Πόση δύναμη πήρε βγαίνοντας από αυτό το πέρασμα κάτω από τον επιτάφιο!
Σηκώθηκε με τη σιγουριά ότι ο θεός που θα ανασταινόταν την επαύριον, θα τον θυμόταν.
Θα αναγνώριζε τις προσπάθειές του και ίσως θα συγχωρούσε τις αμαρτίες του λόγω των καλοκάγαθων προθέσεών του και όσων είχε περάσει στην τρικυμισμένη ζωή του.
Ένοιωσε δυνατός. Σίγουρος. Χαμογέλασε.
Χαμογέλασε γιατί η ανάβαση στον Γολγοθά, προδίκαζε τη σίγουρη Ανάσταση.
Την Ανάσταση που έρχεται πάντα. Ανελλιπώς κάθε χρόνο. Αιώνες τώρα. Πρόσμενε τη δική του Ανάσταση, όπως κάθε πιστός χριστιανός σε τούτο τον μάταιο κόσμο.
Ήταν η πίστη του; Η αυθυποβολή;
Ότι και να ήταν ένοιωσε ανάλαφρος, εξαγνισμένος, γεμάτος αγάπη, γεμάτος ενέργεια, γεμάτος αισιοδοξία και δύναμη.