15.9.26

Οι δύσκολες λύσεις για τη φοιτητική στέγη και την ακριβή καθημερινότητα

Έλληνας μεταπτυχιακός φοιτητής που ψάχνει σπίτι στο Μόναχο θα πληρώσει 1.500 ευρώ τον μήνα για μια γκαρσονιέρα 25-30 τετραγωνικών μέτρων. Ένας άλλος Θεσσαλονικιός που κάνει από πέρσι μεταπτυχιακό σε πόλη της Ολλανδίας συγκατοικεί με άλλους τρεις σε ένα τεσσάρι διαμέρισμα με το μερίδιό του στο ενοίκιο να είναι 600 ευρώ τον μήνα.

Αυτές οι τιμές που… ζαλίζουν δεν συγκρίνονται με την Ελλάδα, παρά τις μεγάλες αυξήσεις των ενοικίων τα τελευταία πέντε και περισσότερα χρόνια. Ειδικά στις φοιτητουπόλεις, όπως είναι η Θεσσαλονίκη, όπου η ζήτηση είναι σταθερά υψηλή. Κι αυτό επειδή ως γνωστόν οι τιμές διαμορφώνονται όχι μόνο με βάση την αντικειμενική αξία μιας υπηρεσίας, αλλά και αναλογικά με τη γενικότερη οικονομία. Στην πράξη το πρόβλημα είναι ίδιο, αφού παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο οι τιμές της στέγασης αυξάνονται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, κάτι ιδιαίτερα επώδυνο για τους φοιτητές και τις οικογένειές τους που σηκώνουν το βάρος των εξόδων.
Η κατάσταση είναι τόσο οξυμένη που ενδεχομένως θα πρέπει να φτάσουμε σε λύσεις αντιδημοφιλείς τα τελευταία 20-25 χρόνια. Ίσως θα πρέπει το σύστημα και στην Ελλάδα να επιστρέψει στη συγκατοίκηση που ήταν ο κανόνας στη χώρα μας μέχρι τη δεκαετία του 1980, ίσως και τα μέσα των 90’ς, αλλά, πλέον, σε σημαντικό βαθμό έχει εγκαταλειφθεί.

Ελάχιστοι από τους σημερινούς 50άρηδες και πάνω σπούδασαν μένοντας μόνοι τους κι όμως σε γνωστικό επίπεδο τα πήγαν μια χαρά. Ήταν τότε που στις αγγελίες των εφημερίδων και στους πίνακες ανακοινώσεων των πανεπιστημιακών σχολών το «ζητείται συγκάτοικος» ήταν εξίσου διαδεδομένο με το «ενοικιάζεται δυάρι σε ασφαλή περιοχή». Σε αντίθεση με ό,τι εξακολουθεί να συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Αμερική, όπου η συγκατοίκηση παραμένει κανόνας -όπως και η δουλειά των φοιτητών τα καλοκαίρια- στην Ελλάδα τόσο λόγω της οικονομικής ανάπτυξης στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 όσο και λόγω της αλλαγής των κοινωνικών δεδομένων και των απαιτήσεων του τρόπου ζωής που έχουμε διαμορφώσει, οι φοιτητές μένουν συνήθως μόνοι, έστω κι αν έχουν στη διάθεσή τους έναν πολύ περιορισμένο χώρο λίγων τετραγωνικών μέτρων. Γι’ αυτό άλλωστε και στην αγορά ακινήτων τα μικρά και πολύ μικρά διαμερίσματα, αυτά που αποκαλούνται γκαρσονιέρες, έχουν μεγάλη ζήτηση και μεσοσταθμική μεγαλύτερη αξία από τα σπίτια που έχουν δύο και περισσότερα δωμάτια.
Το βέβαιον είναι ότι οι συνήθειες που συνδέονται με τον τρόπο ζωής δεν αλλάζουν πολύ εύκολα. Ούτε χωρίς να συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι, που ως επί το πλείστον συνδέεται με τις οικονομικές δυνατότητες. Η συγκατοίκηση, λοιπόν, που κάποτε θεωρούνταν ευεργετική συνθήκη και από κοινωνική άποψη, είναι, πλέον, εκτός πλαισίου. Πολύ περισσότερο που η κοινωνικότητα των 18άρηδων, των 20άρηδων, ακόμη και των 25χρονων και των 30άρηδων, είναι «κρεμασμένη» στο κινητό τους τηλέφωνο και στα κοινωνικά δίκτυα και όχι στο… διπλανό δωμάτιο και την κοινή κουζίνα. Ούτως ή άλλως η ζωή έχει γίνει πιο πολύπλοκη και ως εκ τούτου περισσότερο… φοβισμένη, απέναντι στους κινδύνους ή «κινδύνους» της καθημερινότητας.

Ο άνθρωπος για να επιβιώσει πρέπει να προσαρμόζεται, όπως κάνει το είδος χιλιάδες χρόνια τώρα. Διότι οι σημερινοί φοιτητές δεν θα ξαναγυρίσουν στα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια των πανεπιστημίων κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν και εάν η στεγαστική κρίση θα έχει αντιμετωπιστεί. Τώρα είναι η δική τους ώρα και οφείλουν απέναντι στον εαυτό τους να την αξιοποιήσουν όσο πιο δημιουργικά μπορούν. Κι εάν δεν φτάνουν τα λεφτά δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι να έρθει η εποχή που τα εισοδήματα θα αυξηθούν ουσιαστικά, ένας Θεός ξέρει πότε! Έτσι η επιστροφή σε κάποιες πρακτικές του παρελθόντος μάλλον είναι μονόδρομος για πολλούς. Η συγκατοίκηση, το φαγητό στη φοιτητική λέσχη, που δεν έχει σχέση με το φαγητό της μαμάς, ενώ απαιτεί και έξτρα δρομολόγια, ο χειροποίητος καφές στο σπίτι, ακόμη και οι περιορισμένες και οικονομικότερες έξοδοι αποτελούν κάποιες πρακτικές που προσφέρουν «μια κάποια λύση». Και στην παρατήρηση ότι «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» ή ότι «δεν θέλω τα νιάτα μου να περάσουν μέσα στη μιζέρια» η απάντηση ανάγεται αφενός στο μέλλον, που για όποιον προσαρμοστεί στις καταστάσεις πιθανότατα θα είναι καλύτερο, και αφετέρου στο παρόν μιας καθημερινότητας που φεύγει και δεν γυρίζει πίσω.
Δυστυχώς στην Ελλάδα για κάθε πρόβλημα η απάντηση είναι 100% μονοσήμαντη. Επί παραδείγματι για τη στέγη πρέπει να βρεθούν οι τρόποι για να αγοράζονται τα ακίνητα που επιθυμούν οι αγοραστές και να νοικιάζονται τα σπίτια που προτιμούν οι ενοικιαστές. Ή για το ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα η λύση είναι οι επιδοτήσεις, ούτε λόγος για κάποια -έστω μικρή- οικονομία. Για τη γενικότερη ακρίβεια οι χειρισμοί εξαρτώνται μόνο από τα χρήματα, ούτε λόγος για λίγο παραπάνω ψάξιμο στην αγορά. Ευτυχώς, όμως, υπάρχει και η πραγματική ζωή. Κι έτσι ακόμη και για όσους ο μισθός ή η σύνταξη φτάνει κατά δήλωσή τους για 15 – 20 ημέρες, τρώνε και τις 30 του μήνα.

ΥΓ: Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: οι ακραίες καταστάσεις -ειδικά οι δυσάρεστες- υπάρχουν σε όλες τις οικονομικές συνθήκες, ακόμη και τις πιο ανθηρές. Δεν είναι, όμως, αυτές που (πρέπει να) δίνουν τον τόνο, όχι για λόγους δογματικούς, αλλά για την πραγματική απεικόνιση της κατάστασης. Αντίθετα, με αυτές οι ακραίες καταστάσεις φτώχειας και ανέχειας οφείλει να ασχοληθεί η πολιτεία, που εκφράζει την οργανωμένη κοινωνία.