28.9.26

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ, Ο «Σταθμός Λιτόχωρου» του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου. Γράφει ο Σωτήριος Δ. Μασταγκάς

Ο μεγάλος και σημαντικός ποιητής Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996) ανήκει στη μεταπολεμική γενιά, η ποίησή του διαβάζεται αδιαλείπτως, ειδικά από τους νέους, και τα βιβλία του έχουν κάνει απα­νωτές επανεκδόσεις. Χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους τελευταίους συμβολιστές στην ποίησή μας.
Ποιητής του πένθους, της απώλειας της αθωότητας, της ενότητας, της αρμονίας, ποιητής αστικός που σερ­γιανίζει στην πόλη και μεταποιεί τις εικόνες της με τις αισθήσεις και τα αισθήματα, ο Ασλάνογλου είναι χαμη­λόφωνος, συγκρατημένος, υποβλητικός. Η μουσικότητα και η υπαινικτικότητα της ποίησής του συνάδει προς το συμβολιστικό πρόταγμα ut musica poesis.
Ο Ασλάνογλου έγραφε δύσκολα, διορθώνοντας ξανά και ξανά τα ποιήματά του. Τα ποιήματά του δεν έχουν ποτέ τελεία στο τέλος για να συνεχίζουν τον δρόμο τους μετά τη δημοσίευση, στον αναγνώστη και πέρα απ’ αυτόν. Ορισμένες από τις κεντρικές θεματικές του είναι ο έρωτας, η μνήμη, ο θάνατος, η αίσθηση μα­ταιότητας σ’ έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει τον εσωτερικό ρυθμό του, αίσθηση, αίσθηση και ομορφιά, υπαρξιακή ερημία.

Το πρώτο του ποίημα, «Σταθμός Λιτόχωρου», ένα από τα κορυφαία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το δημοσίευσε το έτος 1953 στις σελίδες του περιο­δικού των Αποφοίτων του Πειραματικού Σχολείου Θεσ­σαλονίκης “Πυρσός”, στη συντακτική επιτροπή του οποίου συμμετείχε από 1953 έως 1955. (Είχε φοιτήσει στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλο­νίκης, από όπου αποφοίτησε το 1949, έχοντας καθη­γητή τον Γιώργο Θέμελη, κορυφαίο φιλόλογο, ποιητή, δοκιμιογράφο και θεατρικό συγγραφέα). Την περίοδο εκείνη υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία με την ειδικότητα του διαβιβαστή στο Κέντρο Εκπαίδευσης Δια­βιβάσεων (ΚΕΔΒ) στο Χαϊδάρι της Αττικής. Ο «Σταθμός Λιτόχωρου» ενσωματώθηκε στην ποιητική συλλογή του «Δύσκολος θάνατος» η οποία τυπώθηκε το 1954 στις εκδόσεις Κοχλίας στη Θεσσαλονίκη και περιλαμβάνει ποιήματά του της περιόδου 1946 – 1953. Η συλλογή κυκλοφόρησε, όπως είπε ο ίδιος σε συ­νέ­ντευξη, ανήμερα της εορτής Κωνσταντίνου και Ελένης.
Ο ίδιος ο Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου λέει για τα ποιήματά του σε συνέντευξη: «Είναι ποιήματα απου­σίας, τοπολατρίας, ουσιαστικά είναι μετασυμβολικά με έντονες υπερρεαλιστικές επιδράσεις…». Ο Ασλάνογλου κινείται και γράφει για τον τόπο που μένει, εμπνέεται από τους τόπους που επισκέπτεται. Τα ποιή­ματά του αποτυπώνουν, κατά τον ίδιον, μια αρι­στοκρατική ερήμωση, μια ραφινάτη μοναξιά, σαν αυτή μέσα στην οποία έζησε ως το τέλος. «Μ’ αρέσει να ζω έξω από το σπίτι … να περπατάω, να χαζεύω … Με τρε­λαίνουν οι εναλλασσόμενες οπτικές παραστά­σεις».

Το αστικό τοπίο αποτελεί για τον Ασλάνογλου τον οδη­γό της ποιητικής του έμπνευσης και συχνά τον χώ­ρο που φεγγρίζει πίσω από τους στίχους του, ως τόπος του ελάχιστου και την ίδια στιγμή συγκλονιστικού γε­γονότος. «Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν. Σπάνια ξεκουράζονται ακουμπώντας στη γη …», όπως λέει, πετώντας πάνω από όλους τους τόπους που αγάπησε.

Σταθμός Λιτόχωρου

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. 
Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, 
όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές μιαν έκσταση από άτεχνες φωνές μες απ’ τα σύρματα 
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα
γίνεται πνευματική αγωνία
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η
μοναξιά μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου
Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. 
Προσευχηθείτε για τις σκοπιές που αγρυπνούν


Λίγα λόγια
Αμέτρητες κριτικές, μελέτες και δοκίμια έχουν γραφτεί και γράφονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το έργο του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου και στην παρούσα εργασία δεν κρίνεται σκόπιμο να παρα­τεθεί η βιβλιογραφία και οι πηγές.
Το ποίημα «Σταθμός Λιτόχωρου» δέχτηκε επιδρά­σεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα του νεοσυμβο­λισμού και του υπαρξισμού, ενώ καθοριστικό ρόλο στη γραφή έχουν η ανάμνηση εμπειριών και βιωμάτων και η θεματική της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας. 
Ο Ασλάνογλου γνώριζε το Λιτόχωρο, καθόσον η εύπορη πατρική του οικογένεια παραθέριζε στην κω­μόπολη και είχε σχέσεις με την λιτοχωρινή οικογένεια του Χρήστου Φιλίππου (αμφότεροι βιομήχανοι ερι­ουρ­γίας, κλωστοϋφαντουργίας). Το 1953 υπηρετούσε ως διαβιβαστής την στρατιωτική του θητεία.
Στο ποίημα ο αναγνώστης προσδιορίζεται τοπικά (το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα), ενώ και η μεταφορά του ήλιου (Κυριακή κοντά στα Κά­στρα), συγκεκριμένη τοποθεσία, έχει τοπικό χαρα­κτήρα. 
Η πρόθεση του ποιητή είναι να ορισθεί με σα­φήνεια ο χρόνος και ο τόπος (θητεία και Λιτόχωρο), όμως έντονη είναι και η αναφορά στο τοπίο του 
Λι­τοχώρου (σταθμός, θάλασσα, βράχια, κόρφος ανοιχτός, θάλαμος, σκοπιές).

Να τι γράφει η Σοφία Φουντουκίδου στην μετα­πτυ­χιακή εργασία της με θέμα “Παρουσία και απουσία: Δύο ταυτόσημες έννοιες στην ερωτική ποίηση, Ηρά­κλειο 2021”: 
«Ο Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου ήταν ένας γνήσια αστός ποιητής, ο οποίος φαίνεται να εί­χε ταξιδέψει αρκετά τόσο στην περιφέρεια της Ελ­λάδας όσο και στο εξωτερικό. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τα ποιήματά του ως ποιήματα “τοπολατρίας”. Με αυ­τόν τον τρόπο, περιγράφει συνοπτικά και ολοκλη­ρωμένα την αγάπη του και την ιδιαίτερη θέση που είχαν τα τοπία στην ποίησή του. Άλλοτε επώνυμο και άλλοτε ανώνυμο, το τοπίο ενσωματώνεται σε πολλά από τα ποιήματά του και μεταβιβάζει στον ανα­γνώστη συναισθήματα και σκέψεις μέσα από μια έντονη και σε πολλές περιπτώσεις οικεία εικονοποιία. Ενδεικτικά αναφέρονται μερικοί τίτλοι ποιημάτων: “Σταθμός Λιτόχωρου”. Ο χώρος για τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου είναι ο πρωταγωνιστής του δρά­ματος. Μέσα από το τοπίο πλαισιώνεται η συναισθη­ματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου. Το τοπίο με τις εναλλασσόμενες οπτικές παραστάσεις εκπέμπει μια ανομοιογένεια, η οποία μπορεί να πε­­­­ρι­­­γρά­­­­­ψει και να μετουσιώσει εύστοχα τη συναι­­­σθη­ματική πραγματικότητα των ανθρώπων, αλλά και την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων».

Στο περιοδικό Athens Voice τεύχος 490/2014, ο Νί­κος Καρατζάς των εκδόσεων Ιανός γράφει για το αγα­πημένο του βουνό τον Όλυμπο: «Αθήνα – Λιτόχωρο. 3 ώρες και 10 λεπτά. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Έξο­δος Πλάκα Λιτοχώρου. Κάτω απ’ την εθνική οδό, οι γραμμές του τρένου. Σταθμός Λιτόχωρου. Τον ήξερα πριν τον επισκεφτώ, από το ομώνυμο ποίημα του Αλέ­ξη Ασλάνογλου».
Στην ιστοσελίδα geromorias.blogspot.com την 3-8-2020 βρίσκουμε ένα μικρό κείμενο με τίτλο “Σταθμός Λιτόχωρου”. «Ήταν Σεπτέμβριος του 1976. Πήρα το πρωινό τραίνο από τον σταθμό Λαρίσης για Θεσ­σαλονίκη. Είχα μαζί μου λίγα πράγματα όλα σε μια βα­λίτσα και μια συλλογή με ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου. Διάβαζα αυτό το ποίημα, όταν ύστερα από 12 ώρες η αμαξοστοιχία σταμάτησε στον σταθμό Λιτόχωρου. Αργότερα έμαθα ότι ήταν το πρώτο ποίημα του Ασλάνογλου. Το έγραψε στα χρό­νια της στρατιωτικής του θητείας, το 1953. Ήταν τό­τε διαβιβαστής στο Χαϊδάρι. Παράξενα φέγγει στη μνή­μη μου η αρχή …».
Το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΡΙΤΙΚΗ, τεύχος 7/8 του 1960, έχει δημοσιευμένο ένα ωραίο άρθρο του Τάκη Σινόπουλου για το έργο του. Επιλέγουμε κείμενο: «Εκεί, στο ποίημα “Σταθμός Λιτόχωρου” είχα υπο­γραμμίσει τον εξής στίχο:

Το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού
και από σάρκα
γίνεται πνευματική αγωνία.

Ήταν ένας στίχος που ανεξάρτητα από την κα­θαυτό ποιητική του αξία, έδειχνε πως ο Ασλάνογλου κατεχόταν από μια διάθεση στοχαστική, είχε ήδη την αίσθηση μιας πνευματικής ευθύνης».
Ο συγγραφέας Βασίλης Λαλιώτης σε αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ έτους 1997, στο κείμενό του με τίτλο “Επιστολή για το τεύχος Ν.Α. Ασλάνογλου”, γράφει και τα εξής: «Η τύχη το έφε­ρε να κάνω τη θητεία μου στο Λιτόχωρο και για εί­­κο­σι μήνες να ζω στα σκηνικά του ποιήματος “Σταθ­μός Λιτόχωρου”, ποίημα του Ασλάνογλου που πο­λύ το αγαπούσα από πολλά χρόνια πριν και λυ­πά­­μαι που ποτέ δεν θα μάθει ότι τα τραχιά βράδια της θητείας η ανάγνωση στον προθάλαμο των “στρα­τιωτικών”, ας τα πούμε έτσι, ποιημάτων του, στους συναδέλφους εκεί, μας οδηγούσαν σ’ ένα είδος μυ­σταγωγίας. Έχω μια αίσθηση ότι ο Ασλάνογλου υπο­­τιμήθηκε με κριτήρια εξωποιητικά …».
Στην περιοδική έκδοση ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ αριθμός 79/1996-1997 είναι δημοσιευμένο δοκίμιο του λογοτέχνη Γιώργη Μανουσάκη με θέμα “Η μοναξιά βα­σικό θέμα στην ποίηση της β’ μεταπολεμικής γε­νιάς”, από το οποίο μεταφέρουμε απόσπασμα: «Για τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου η μοναξιά, που διατη­ρεί­ται ακόμη και την ώρα της ερωτικής προσέγγισης, γίνεται δημιουργός πνευματικής αγωνίας (“μια ποιη­τική δοκιμασία να αναχθεί το εξωτερικό εμπειρικό γεγονός σε εσωτερικό πνευματικό παράγωγο”, όπως παρατηρεί ο Γιώργος Αράγης) μιας αγωνίας που μας τη δίνει συμπυκνωμένη μέσα σε τρεις στίχους στο ποίημα “Σταθμός Λιτόχωρου”.
 Είναι η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο,
η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος
του άλλου».

Το 2013 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ένα πουλί στην άσφαλτο. Ποίηση και ποιη­τική του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου» του Θανάση Μαρκόπουλου, φιλόλογου και κριτικού, το οποίο πραγ­ματεύεται όψεις της συγγραφικής ιδιοπροσωπίας του Ασλάνογλου. Ο ποιητής είναι αστικός κατά βάση, ποιη­τής του τοπίου και των μεταμορφώσεών του, του αλό­γιστου ξοδέματος, κινείται σε πόλεις και χώρους με τη σύνθλιψη της ομορφιάς στα μάτια του και την αδυ­ναμία να ολοκληρωθεί σε μια ανθρώπινη σχέση. Εν­δεικτικός τίτλος ποιήματος: Σταθμός Λιτόχωρου, τόπος που τόσο πολύ αγάπησε ο ποιητής και επανήλθε εμμο­νικά στο ποίημά του, καταδεικνύοντας την πρώιμη αισθητική συνείδησή του, οπωσδήποτε υψηλή.

Στο βιβλίο «Δώδεκα ποιητές. Θεσσαλονίκη 1930 – 1960, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979» του Ξ.Α. Κοκόλη, οι σελίδες 124 – 126 είναι αφιερωμένες στον Σταθμό Λιτόχωρου. «Το ποίημα θεωρείται ενδεικτικό της ποίησης αλλά και της ποιητικής του Ασλάνογλου, ανάγοντας έτσι το τοπωνύμιο στη σφαίρα του συμ­βόλου και του ευρύτερου προσδιορισμού. Ένας τέ­τοιος ευρύτερος και πιο ανοιχτός τρόπος ανάγνωσης αντιλαμβάνεται το κείμενο και ως στοιχείο της ανθρώπινης μοναξιάς».

Καθώς ο Ασλάνογλου τίμησε και πρόβαλε το Λιτό­χωρο, έχουμε πνευματική ευθύνη να αποδώσουμε εύ­σημα και να περιλάβουμε σε καλλιτεχνικές και πολι­τιστικές εκδηλώσεις και αφήγηση από το λογοτεχνικό αναλόγιο με αναφορά το πρόσωπο και το έργο του.