15.9.26

Αντώνης Κάλφας: Δημοσιευμένες μαρτυρίες του δασκάλου Νίκου Δ. Βαρμάζη (1936) για την μεταπολεμική πόλη

Οι μνήμες μου για την Κατερίνη της εποχής εκείνης συνιστούν τη δική μου οπτική για την πόλη, δηλαδή συγκροτούν μια προσωπική όψη της ιστορίας της. Άλλοι σύγχρονοί μου, για την ίδια εποχή και για την ίδια πόλη, κι αν ακόμη βίωσαν τις ίδιες καταστάσεις, είναι βέβαιο ότι άλλα εσωτερίκευσαν και, συνεπώς, κρατούν στη μνήμη τους άλλες παραστάσεις. Διότι είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί επιλεκτικά και τμηματικά, γι’ αυτό και είναι δύσκολο τα τμήματα της δικής μας μνήμης να συμπέσουν με τα κομμάτια της μνήμης των άλλων Η ιστορία συνεπώς μιας πόλης στην ουσία παραπέμπει στις εκδοχές της μνήμης των κατοίκων της. Αυτή η παραδοχή, όσο δραστικά κι αν περιορίσει κανείς στην αφήγησή του τη θερμοκρασία του υποκειμενικού, καθιστά αναπόφευκτα υποκειμενική την ερμηνεία της πορείας και της εξέλιξης της πόλης.

Η ανάμειξη τόσων ελληνικών πληθυσμών, γηγενών και προσφύγων, με διαφορετική προέλευση, με διαφορετική κοσμοαντίληψη και νοοτροπία, με διαφορετικά ήθη, παραστάσεις και βιώματα κρατούσε την πόλη της Κατερίνης, όπως ήταν επόμενο, σε μια αναστάτωση, ταρακουνούσε διαρκώς την ισορροπία της και επέφερε πολλές, άλλες εξωτερικές και εμφανείς, άλλες λιγότερο φανερές αλλά πολύ ουσιαστικές, οικονομικές μεταβολές, κοινωνικές ανακατατάξεις και πολιτισμικές συνθέσεις. Για να γίνω σαφέστερος, θα αναφερθώ ενδεικτικά σε κάποιες από αυτές, τις εμφανέστερες, που προέκυψαν εξαιτίας της διαρκούς ανασύνθεσης του πληθυσμού της πιερικής πρωτεύουσας.

Τα πιο εύγλωττα και ευδιάκριτα γνωρίσματα της ποικίλης προέλευσης και ανάμειξης των κατοίκων της Κατερίνης ήταν την εποχή αυτή η εξωτερική ενδυμασία και η γλώσσα. Στην Κατερίνη μπορούσε να ιδεί κανείς όλα τα εξωτερικά, ανδρικά και γυναικεία, ενδύματα, υποδήματα και καλύμματα: τα λεγόμενα πολιτικά ή ευρωπαϊκά ή φράγκικα ρούχα και παπούτσια, τα κουστούμια, τα σκαρπίνια, τα ταγιέρ και τις γυναικείες γόβες, τα ψαθιά και τις ρεμπούμπλικες, που φορούσαν οι αστοί κάτοικοι της πόλης, να ιδεί τις ανδρικές κιλότες με το αυτί από σκληρό μάλλινο τσιπούνι ή βαμβακερή μάλτα, γυναικεία φουστάνια από φτηνό αλατζά ή πολύχρωμο τσίτι και τα γουρουνοτσάρουχα των χωρικών με τις νουζίτσες.

Να δει τις τραγιάσκες και τους ποικίλους σκούφους των ανδρών, που έφτιαχνε ο Ακερμανίδης μαζί και τα μαθητικά πηλίκια με την κουκουβάγια, τα καλπάκια, τα γυναικεία τσεμπέρια, τα φακιόλια, τις μαντήλες και τα κάθε είδους πολύχρωμα κεφαλομάντηλα. Να δει ακόμη την αμφίεση των τουρκόφωνων της Τόχοβας και του Νέου Κεραμιδιού με τα σαρίκια, τα τουρμπάνια, τα φέσια και τις βράκες, τις λαστιχένιες γαλότσες των ποντίων του Μυλαύλακου και της Νέας Ζωής, τα σεγγούνια, τις κάπες και τα ταλαγάνια από γιδόμαλλο των βλάχων της Καρίτσας και της Μαλαθριάς, τις ποικίλες κάλτσες, τα σκουφούνια, τα τερλίκια και τα σουσόνια των κατοίκων της πόλης, γηγενών και προσφύγων.

Είναι γνωστό ότι κάθε φορεσιά, πέρα από τις ατομικές ανάγκες και το προσωπικό γούστο, κοινωνικά και πολιτισμικά σχετίζεται με συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες και με στοιχεία της παράδοσης των ανθρώπων, που είναι η κληρονομημένη περιουσία των νεότερων γενεών από τις προγενέστερες. Στα επόμενα βέβαια χρόνια τα περισσότερα από τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία, υπακούοντας στο πνεύμα τόσο της μόδας, όσο και των νέων συνθηκών ζωής, αλλά προπάντων στις επιταγές της κατανάλωσης και της παγκοσμιοποίησης, αποσύρθηκαν ως μουσειακά στοιχεία, κρεμάστηκαν σε αίθουσες πολιτιστικών συλλόγων, για να εμφανίζονται κυρίως σε επετειακές εκδηλώσεις, ενώ στην καθημερινή ζωή αντικαταστάθηκαν από τα ποικίλα μπλου-τζιν και τα αθλητικά παπούτσια.
Κοινά ελληνικά των αστών, ντοπιολαλιές και διάλεκτοι

Στην Κατερίνη αυτών των χρόνων μπορούσε να ακούσει κανείς πολλές ντοπιολαλιές και ελληνικές διαλέκτους αλλά και ξένες γλώσσες: να ακούσει τα κοινά ελληνικά των αστών, τα χωριάτικα των Ελλήνων του βόρειου χώρου που εκθλίβουν τα ενδιάμεσα φωνήεντα των λέξεων (π.χ. σκλι, γρούν’, τφέκ’), και τα γιωτακίζουν, (π.χ. η Γιάνντς κι η Μήτσιους τνέμαθαν τη δλεια), την ελληνική ποντιακή διάλεκτο με τα αρχαία ιωνικά γνωρίσματα. Μπορούσε εύκολα ακούγοντας τους ποικίλους χρήστες της γλώσσας να ξεχωρίζει τον εγγράμματο αστό, τον γηγενή χωρικό, τον Θρακιώτη, τον Πόντιο ή, κοροϊδευτικά τον αούτο, τον Καταφυγιώτη. Η θεατρική Βαβυλωνία του Βυζάντιου επαληθευόταν στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Κατερίνης.

Πέραν όμως των ποικίλων ελληνικών άκουγε κανείς αρκετά συχνά τούρκικα και βλάχικα. Κάποιοι ηλικιωμένοι πρόσφυγες της Κατερίνης, της Τόχοβας, του Νέου Κεραμιδιού, της Νεοκαισάρειας μιλούσαν μόνο τουρκικά στα σπίτια τους αλλά και έξω απ’ αυτά και οι δίγλωσσοι βλαχόφωνοι από το Λιβάδι του Ολύμπου, την Καρίτσα, τη Μαλαθριά, τον Κοκκινοπλό και το Μοναστήρι μιλούσαν στις μεταξύ τους προπάντων συναντήσεις τη λατινόφωνη γλώσσα τους.

Σπανιότερα άκουγε κανείς αλβανικά και αρμένικα, διότι στην Κατερίνη είχαν απομείνει μετρημένες οικογένειες Αλβανών και Αρμενίων. Οι αδερφοί Μπεκτάς, Χουσεϊν και Χασάν, γνωστοί γιατροί με καλό όνομα στην πόλη, και τα ξαδέρφια Καπράν, ο Μουσταφά και ο Ταχήρ, ήταν οι μοναδικοί αλβανικής καταγωγής κάτοικοι της Κατερίνης. Ο Πέτρος Αβακιάν και οι τρεις γιοι του Ησαϊας, Γιάννης και Δανιήλ, που παρασκεύαζαν και πουλούσαν τους εξαιρετικής ποιότητας ξηρούς καρπούς, κυρίως τα εξαιρετικά στραγάλια τους, ήταν η μοναδική οικογένεια Αρμενίων στην Κατερίνη, αφότου ο συγγενής τους, Αρτίν Δογματσιάν, έφυγε στον Καναδά.

Από τις λιγοστές οικογένειες Εβραίων, που προπολεμικά ζούσαν στην Κατερίνη και είχαν διασωθεί μετά την Κατοχή, παρέμειναν στην πόλη οι έμποροι λευκοσιδηρουργοί αδελφοί Ιωσαφάτ, της οποίας διασημότερο μέλος είναι ο Ματθαίος Ιωσαφάτ, γνωστός επιστήμονας ψυχίατρος που ζει στην Αθήνα.

Πολύγλωσση και παρδαλή εμφανιζόταν η Κατερίνη προπάντων στο χώρο της λαϊκής αγοράς του Σαββάτου, στην πλατεία του σημερινού δημαρχείου. Εκεί το δούναι και λαβείν, το αλισβερίσι, γινόταν χωρίς μεταφραστές, γιατί «τσάτρα πάτρα» καταλάβαιναν ο ένας των άλλο. Η αγορά του Σαββάτου συγκέντρωνε πολύ ετερόκλητο κόσμο από την πόλη και όλα τα γύρω, τα κοντινά αλλά και τα μακρινότερα χωριά, απ’ όσα τουλάχιστον η απόσταση ως την πόλη και πίσω μπορούσε να καλυφθεί αυθημερόν, πεζή ή καβάλα σε ζώο ή κάρο. Στην Κατερίνη του Σαββάτου είχε την ευκαιρία κανείς να παρατηρήσει σε σμικρογραφία τη συνάντηση του ελληνικού κόσμου της Ανατολής και της Ευρώπης.

Μικροϊστορικά του Αντώνη Κάλφα