Εμπρός, στηλώ σου,
Ελλάδα επαναστάτισσα,
βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου!
Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,
η Πίνδο, οι Θερμοπύλες δόξασμά σου.
βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου!
Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,
η Πίνδο, οι Θερμοπύλες δόξασμά σου.
Έχω γράψει για δεκάδες ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης.Για γνωστά ονόματα, για ένδοξες μάχες, για μορφές που έγιναν σύμβολα και μπήκαν στα ιστορικά και σχολικά βιβλία.
Κι όμως έχω αμελήσει(συνήθως έτσι συμβαίνει με ότι θεωρούμε οικείο και δεδομένο)έναν από τους μεγαλύτερους στυλοβάτες του Αγώνα.
Έναν ήρωα που δεν ήταν απλώς μεγάλος αλλά ήταν δικός μας.Από τον τόπο μου. Από τη γη που πατώ καθημερινά.
Στην καρδιά της Κατερίνης, στην αρχή του πεζόδρομου, στέκει αγέρωχη η προτομή του.
Ο Γεωργάκης Ολύμπιος!!
Με το βλέμμα μπροστά και τον δαυλό υψωμένο στο χέρι.Χιλιάδες άνθρωποι περνούν κάθε μέρα από δίπλα του.Βιαστικοί. Αδιάφοροι. Ανυποψίαστοι.Λίγοι σταματούν ακόμη λιγότεροι γνωρίζουν.Κι όμως αν οι πέτρες μιλούσαν, θα φώναζαν το όνομά του.Ο Γεωργάκης Ολύμπιος δεν υπήρξε ένας ακόμη αγωνιστής.
Υπήρξε πολεμιστής μιας ζωής ολόκληρης,από τα γενοφάσκια του.Γεννημένος το 1772 στο Λιβάδι του Ολύμπου(ανάμεσα στα σήμερα σύνορα του νόμου Λαρίσης και του νόμου Πιερίας), μεγάλωσε μέσα σε μια παράδοση αρματολών, αγώνα και τιμής.Πριν καν ανάψει η σπίθα του 1821, εκείνος ήταν ήδη μπαρουτοκαπνισμένος.Στη Σερβία. Στη Ρωσία. Στα Βαλκάνια.Εκεί όπου οι λαοί μάθαιναν να σηκώνουν κεφάλι απέναντι στην "αυτοκρατορία του φόβου".
Συμμετείχε στη Σερβική Επανάσταση, πολέμησε στο πλευρό των Ρώσων, τιμήθηκε και έφτασε μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχη στον ρωσικό στρατό.
Η ζωή του ήταν ήδη ένας διαρκής πόλεμος εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1820 επιλέχθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς πυλώνες του επαναστατικού σχεδίου στη Μολδοβλαχία.
Εκεί, μακριά από τον ελλαδικό χώρο, θα παιζόταν ένα από τα πιο τραγικά και ηρωικά κεφάλαια του Αγώνα.Μετά την κατάρρευση της εξέγερσης στη Μικρή και Μεγάλη Βλαχία και την ήττα στο Δραγατσάνι, ο αγώνας περιορίστηκε στα βουνά της Μολδαβίας.
Ο Ολύμπιος, άρρωστος αλλά αλύγιστος, μαζί με τον Γιάννη Φαρμάκη επίσης σπουδαίο Μακεδόνα αγωνιστή, γεννημένο το 1772 στο Μπλάτσι κράτησαν ζωντανή την επανάσταση με μικρές, ευκίνητες δυνάμεις.
Οι συμπλοκές ήταν συνεχείς.
Οι απώλειες των Τούρκων βαριές.
Οι φήμες μιλούσαν για χιλιάδες νεκρούς.
Η Ευρώπη άκουγε.
Και ο ίδιος ο Ολύμπιος έγραφε στους συντρόφους του λόγια που έμοιαζαν περισσότερο με διαθήκη παρά με προκήρυξη:
«Εσώσαμε εν τούτοις την τιμή μας. Η Ευρώπη εγνώρισε τους γιους της Ελλάδας».
Όταν οι δυνάμεις τους μειώθηκαν και ο κλοιός έσφιξε, κατέφυγαν στη Μονή Σέκου.
Τριακόσιοι πενήντα άνδρες απέναντι σε χιλιάδες.
Ένας στενός τόπος. Μια μόνη είσοδος.
Μια τελευταία γραμμή άμυνας.
Στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1821 άρχισε η τελική επίθεση.
Ο Ολύμπιος κράτησε το κωδωνοστάσιο.
Ο Φαρμάκης οργάνωσε την άμυνα της Μονής.
Οι Έλληνες πολέμησαν με ακρίβεια, ψυχραιμία και πείσμα, προκαλώντας βαριές απώλειες στον εχθρό.Και τότε ήρθε η στιγμή που ξεπερνά την ιστορία και περνά στον θρύλο.
Περικυκλωμένος, απομονωμένος, με τη φωτιά να πλησιάζει, ο Γεωργάκης Ολύμπιος πήρε την απόφαση.
Αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση.
Κάλεσε τους συντρόφους του να φύγουν κι εκείνοι αρνήθηκαν.
Και πυροδότησε την πυρίτιδα.
Το κωδωνοστάσιο τινάχθηκε στον αέρα.
Μαζί του ο Ολύμπιος, οι σύντροφοί του και δεκάδες Τούρκοι.
Ήταν ο θάνατος που διάλεξε μόνος του.
Ήταν η στιγμή που τον έκανε αθάνατο.
Ο αγώνας όμως δεν τελείωσε εκεί.
Ο Γιάννης Φαρμάκης συνέχισε την αντίσταση για δεκατέσσερις ακόμη ημέρες.
Απέκρουσε επιθέσεις, πραγματοποίησε αντεξορμήσεις, γέμισε τη Μονή με νεκρούς εχθρούς.
Όταν πια τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά τελείωσαν, παραδόθηκε ύστερα από δόλο.
Οι όροι καταπατήθηκαν.
Οι άνδρες του σφαγιάστηκαν.
Και ο ίδιος, ύστερα από βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Έτσι έκλεισε το τελευταίο κεφάλαιο της Ελληνικής Επανάστασης στη Μολδοβλαχία.
Με ήρωες που δεν γνώρισαν νίκη.
Μόνο τιμή.
Κι όμως, ο Γεωργάκης Ολύμπιος έμεινε για χρόνια στη σκιά.
Όχι γιατί άξιζε λιγότερο, αλλά γιατί πολέμησε μακριά από τα σύνορα του νεοσύστατου κράτους.
Χωρίς την αναγνώριση που του άξιζε.
Όπως και σήμερα, που η προτομή του στην Κατερίνη στέκει σιωπηλή, ενώ η πόλη περνά αδιάφορη δίπλα της.
Ίσως όμως ήρθε η ώρα να σταθούμε.
Να κοιτάξουμε τον δαυλό στο χέρι του.
Και να θυμηθούμε ότι κάποιοι κράτησαν τη
αναμμένη,όταν όλα γύρω ήταν σκοτάδι.
Ο Γεωργάκης Ολύμπιος δεν είναι άγαλμα.
Δεν είναι όνομα δρόμου.
Είναι ένας από εκείνους που πολέμησαν ως την στερνή ρανίδα του αίματός τους
για να υπάρξει Ελλάδα.

Κι όμως έχω αμελήσει(συνήθως έτσι συμβαίνει με ότι θεωρούμε οικείο και δεδομένο)έναν από τους μεγαλύτερους στυλοβάτες του Αγώνα.
Έναν ήρωα που δεν ήταν απλώς μεγάλος αλλά ήταν δικός μας.Από τον τόπο μου. Από τη γη που πατώ καθημερινά.
Στην καρδιά της Κατερίνης, στην αρχή του πεζόδρομου, στέκει αγέρωχη η προτομή του.
Ο Γεωργάκης Ολύμπιος!!
Με το βλέμμα μπροστά και τον δαυλό υψωμένο στο χέρι.Χιλιάδες άνθρωποι περνούν κάθε μέρα από δίπλα του.Βιαστικοί. Αδιάφοροι. Ανυποψίαστοι.Λίγοι σταματούν ακόμη λιγότεροι γνωρίζουν.Κι όμως αν οι πέτρες μιλούσαν, θα φώναζαν το όνομά του.Ο Γεωργάκης Ολύμπιος δεν υπήρξε ένας ακόμη αγωνιστής.
Υπήρξε πολεμιστής μιας ζωής ολόκληρης,από τα γενοφάσκια του.Γεννημένος το 1772 στο Λιβάδι του Ολύμπου(ανάμεσα στα σήμερα σύνορα του νόμου Λαρίσης και του νόμου Πιερίας), μεγάλωσε μέσα σε μια παράδοση αρματολών, αγώνα και τιμής.Πριν καν ανάψει η σπίθα του 1821, εκείνος ήταν ήδη μπαρουτοκαπνισμένος.Στη Σερβία. Στη Ρωσία. Στα Βαλκάνια.Εκεί όπου οι λαοί μάθαιναν να σηκώνουν κεφάλι απέναντι στην "αυτοκρατορία του φόβου".
Συμμετείχε στη Σερβική Επανάσταση, πολέμησε στο πλευρό των Ρώσων, τιμήθηκε και έφτασε μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχη στον ρωσικό στρατό.
Η ζωή του ήταν ήδη ένας διαρκής πόλεμος εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1820 επιλέχθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς πυλώνες του επαναστατικού σχεδίου στη Μολδοβλαχία.
Εκεί, μακριά από τον ελλαδικό χώρο, θα παιζόταν ένα από τα πιο τραγικά και ηρωικά κεφάλαια του Αγώνα.Μετά την κατάρρευση της εξέγερσης στη Μικρή και Μεγάλη Βλαχία και την ήττα στο Δραγατσάνι, ο αγώνας περιορίστηκε στα βουνά της Μολδαβίας.
Ο Ολύμπιος, άρρωστος αλλά αλύγιστος, μαζί με τον Γιάννη Φαρμάκη επίσης σπουδαίο Μακεδόνα αγωνιστή, γεννημένο το 1772 στο Μπλάτσι κράτησαν ζωντανή την επανάσταση με μικρές, ευκίνητες δυνάμεις.
Οι συμπλοκές ήταν συνεχείς.
Οι απώλειες των Τούρκων βαριές.
Οι φήμες μιλούσαν για χιλιάδες νεκρούς.
Η Ευρώπη άκουγε.
Και ο ίδιος ο Ολύμπιος έγραφε στους συντρόφους του λόγια που έμοιαζαν περισσότερο με διαθήκη παρά με προκήρυξη:
«Εσώσαμε εν τούτοις την τιμή μας. Η Ευρώπη εγνώρισε τους γιους της Ελλάδας».
Όταν οι δυνάμεις τους μειώθηκαν και ο κλοιός έσφιξε, κατέφυγαν στη Μονή Σέκου.
Τριακόσιοι πενήντα άνδρες απέναντι σε χιλιάδες.
Ένας στενός τόπος. Μια μόνη είσοδος.
Μια τελευταία γραμμή άμυνας.
Στις 8 και 9 Σεπτεμβρίου 1821 άρχισε η τελική επίθεση.
Ο Ολύμπιος κράτησε το κωδωνοστάσιο.
Ο Φαρμάκης οργάνωσε την άμυνα της Μονής.
Οι Έλληνες πολέμησαν με ακρίβεια, ψυχραιμία και πείσμα, προκαλώντας βαριές απώλειες στον εχθρό.Και τότε ήρθε η στιγμή που ξεπερνά την ιστορία και περνά στον θρύλο.
Περικυκλωμένος, απομονωμένος, με τη φωτιά να πλησιάζει, ο Γεωργάκης Ολύμπιος πήρε την απόφαση.
Αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση.
Κάλεσε τους συντρόφους του να φύγουν κι εκείνοι αρνήθηκαν.
Και πυροδότησε την πυρίτιδα.
Το κωδωνοστάσιο τινάχθηκε στον αέρα.
Μαζί του ο Ολύμπιος, οι σύντροφοί του και δεκάδες Τούρκοι.
Ήταν ο θάνατος που διάλεξε μόνος του.
Ήταν η στιγμή που τον έκανε αθάνατο.
Ο αγώνας όμως δεν τελείωσε εκεί.
Ο Γιάννης Φαρμάκης συνέχισε την αντίσταση για δεκατέσσερις ακόμη ημέρες.
Απέκρουσε επιθέσεις, πραγματοποίησε αντεξορμήσεις, γέμισε τη Μονή με νεκρούς εχθρούς.
Όταν πια τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά τελείωσαν, παραδόθηκε ύστερα από δόλο.
Οι όροι καταπατήθηκαν.
Οι άνδρες του σφαγιάστηκαν.
Και ο ίδιος, ύστερα από βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Έτσι έκλεισε το τελευταίο κεφάλαιο της Ελληνικής Επανάστασης στη Μολδοβλαχία.
Με ήρωες που δεν γνώρισαν νίκη.
Μόνο τιμή.
Κι όμως, ο Γεωργάκης Ολύμπιος έμεινε για χρόνια στη σκιά.
Όχι γιατί άξιζε λιγότερο, αλλά γιατί πολέμησε μακριά από τα σύνορα του νεοσύστατου κράτους.
Χωρίς την αναγνώριση που του άξιζε.
Όπως και σήμερα, που η προτομή του στην Κατερίνη στέκει σιωπηλή, ενώ η πόλη περνά αδιάφορη δίπλα της.
Ίσως όμως ήρθε η ώρα να σταθούμε.
Να κοιτάξουμε τον δαυλό στο χέρι του.
Και να θυμηθούμε ότι κάποιοι κράτησαν τη
αναμμένη,όταν όλα γύρω ήταν σκοτάδι.Ο Γεωργάκης Ολύμπιος δεν είναι άγαλμα.
Δεν είναι όνομα δρόμου.
Είναι ένας από εκείνους που πολέμησαν ως την στερνή ρανίδα του αίματός τους
για να υπάρξει Ελλάδα.


Στυλ. Καβάζης
