« … Κλήρος βαρύς έπεφτε στους ώμους μας. Να πάρουμε στα χέρια μας την υπόθεση της ταφής. Σμίξαμε πρωί πρωί όλοι στο βιβλιοπωλείο του «Αετού». Μας προσδέχτηκε ισκιωμένος ο Κίμων Θεοδωρόπουλος με τον Χρυσ. Γανιάρη. Είχαν κι οι δυο μαύρο περιβραχιόνιο...
Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά:
--«Κύριοι!!..» είπε στυφά. «Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά» (ήθελε να πει «μυστικά»).
Άφρισα. «Ποια οικογένειά του;» του λέω. «Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ο ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει».
Ήταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα.
--«Ξεκινάτε από «αλλότριους» σκοπούς…» είπε με σφιγμένα τα δόντια. «Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο».
«Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!… Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση».
Έτσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών.
Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα.
Πώς το ‘μαθαν;
Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα;
Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης; Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια…
Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη.
Είναι αδύνατο —και τώρα— να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή —σα χρησμός— ο Σικελιανός!
Η φωνή του θαρρετή, σαν την «κόψη του σπαθιού την τρομερή», έσκισε την πένθιμη σιωπή … »
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(13 Ιανουαρίου 1859, Πάτρα-27 Φεβρουαρίου 1943, Αθήνα)
Ένας από τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους ποιητές του Ελληνισμού όλων των εποχών. Προταθείς για το Νόμπελ 14 φορές και διατελέσας ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ύμνησε τις ανόδους και τις δόξες του Ελληνισμού, αλλά διεκτραγώδησε και τις πτώσεις, τις ταπεινώσεις, τις ατιμώσεις και τις κατρακύλες σε γκρεμούς και σε οικτρά καταντήματά του όσο κανένας άλλος, με απίστευτη πυκνότητα κι απαράμιλλο βαθύ στοχασμό.
Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά:
--«Κύριοι!!..» είπε στυφά. «Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά» (ήθελε να πει «μυστικά»).
Άφρισα. «Ποια οικογένειά του;» του λέω. «Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ο ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει».
Ήταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα.
--«Ξεκινάτε από «αλλότριους» σκοπούς…» είπε με σφιγμένα τα δόντια. «Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο».
«Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!… Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση».
Έτσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών.
Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα.
Πώς το ‘μαθαν;
Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα;
Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης; Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια…
Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη.
Είναι αδύνατο —και τώρα— να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή —σα χρησμός— ο Σικελιανός!
Η φωνή του θαρρετή, σαν την «κόψη του σπαθιού την τρομερή», έσκισε την πένθιμη σιωπή … »
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(13 Ιανουαρίου 1859, Πάτρα-27 Φεβρουαρίου 1943, Αθήνα)
Ένας από τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους ποιητές του Ελληνισμού όλων των εποχών. Προταθείς για το Νόμπελ 14 φορές και διατελέσας ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ύμνησε τις ανόδους και τις δόξες του Ελληνισμού, αλλά διεκτραγώδησε και τις πτώσεις, τις ταπεινώσεις, τις ατιμώσεις και τις κατρακύλες σε γκρεμούς και σε οικτρά καταντήματά του όσο κανένας άλλος, με απίστευτη πυκνότητα κι απαράμιλλο βαθύ στοχασμό.
Υ.Γ
Η κηδεία του πήρε γιγαντιαίες διαστάσεις κι μετετράπη στη μεγαλύτερη αντικατοχική εκδήλωση - συλλαλητήριο που έγινε ποτέ στη γερμανοκρατούμενη Αθήνα, κηδεία η οποία έκλεισε με την μυριόστομη και στεντόρεια απαγγελία του Εθνικού Ύμνου.