5.9.22

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, 3 ποιήματα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΣ
Ο ποιητής υποφέρει Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα 
του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά 
στ’ όνειρό του
Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει
Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει
Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει −απ’ αλλού− το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι


ΑΦΗΓΗΜΑ
Τις νύχτες του καλοκαιριού
–με ή χωρίς φεγγάρι αδιάφορο–
κάτω απ’ το κεντρικό καμπαναριό
κάθεται πάντα σ’ ένα σκαλοπάτι
ακίνητος και σιωπηλός
μέχρι να φέξει.
Χρόνια και χρόνια κάθε νύχτα εκεί
την ώρα που όλοι οι χωριανοί κοιμούνται
Με τα χέρια ριγμένα στους μηρούς
και το βλέμμα απλανές – έξω απ’ τον χρόνο.
Αμίλητος κι ανέκφραστος
σαν άγαλμα
που δεν του φύσηξε πνοή ζωής ο γλύπτης
Χαράματα σηκώνεται απ’ τη θέση του
και φεύγει αργά κι αθόρυβα – σαν ίσκιος.
«Ζει στο δικό του κόσμο» λένε οι φίλοι
«Άκακος όμως, ήσυχος πολύ
Έξω από τους ρυθμούς των επιγείων»
Μια νύχτα τόλμησα να πάω κοντά του
Λέξη δεν είπε στον χαιρετισμό μου
Ό,τι κι αν τον ρωτούσα αυτός σιωπούσε
Κύλησαν ώρες
Πήρε να χαράζει
Μέχρι που τόλμησα ξανά «Τι ψάχνεις;»
«Στήνω το αυτί μήπως ακούσω» μου ’πε
Και βιαστικά συμπλήρωσε 
«Μα ως τώρα
τίποτα δυστυχώς… σιγή θανάτου…
Μονάχα μια αξεδιάλυτη βοή
σα να κυλούν νερά σε υπόγεια τάφρο»
«Γιατί επιμένεις;» ρώτησα και πάλι
«Έχω καθήκον» μου αποκρίθη.
«Χρέος
που με βαραίνει από γεννησιμιού μου
Να στήνω αυτί
Να στήνω αυτί
Κι ας μην ακούω…»

Α’ Νεκροί στη πόλη


***

[Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο]

Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο
ν’ ατμίζεται με λάμψεις
εκτυφλωτικές, κοιτώντας με με στοργικό χαμόγελο κι ένιωσα να με παίρνει το παράπονο. Κι όχι μονάχα για το χωρισμό, που έτσι κι αλλιώς τον είχε προαναγγείλει,
μα πιο πολύ γιατί αφανέρωτο άφηνε
–μέσα σε τόση πίκρα, τόση ερήμωση–
το μυστικό της φωτεινότητάς της.