6.1.22

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ...Το παλιοκόριτσο.

Του Χρήστου Χωμενίδη

Φιλιόταν το παλιοκόριτσο! Φιλιόταν με τον αλήτη στην πυλωτή.
Την έπιασε νυχτιάτικα καημός δήθεν για τον Ξέρξη, να τον βγάλει βόλτα… Ποια; - η Ελίζα -που είναι ικανή κανονικά να τον αφήσει να σκάσει η φούσκα του ή να μας κατουρήσει τα χαλιά… "Θες να σου πάρω τίποτα από το περίπτερο, μαμίνα μου;" Και μόνο εκείνο το "μαμίνα μου", που είχα να το ακούσω από την πέμπτη δημοτικού, έφτανε για να μού βάλει ψύλλους στα αυτιά.

Διακριτική με λες, και φιλελεύθερων αρχών μητέρα. Ηλίθια όμως όχι. Πέρασε ένα δεκάλεπτο, ένα τέταρτο, κατέβηκα κι εγώ, με μία σκουπιδοσακκούλα για άλλοθι. Ο άντρας μου χαμπάρι δεν πήρε. Τον είχαν ρουφήξει, όπως κάθε σχεδόν βράδυ, η πολυθρόνα και η τηλεόραση. Αποκοιμιέται με το ουίσκι στο χέρι, το χέρι του παθαίνει κάτι σαν νεκρική ακαμψία, πρέπει πρώτα να τού ξεκολλήσω το ποτήρι και έπειτα να τον σαλαγήσω -στράτα, στρατούλα- ως το κρεββάτι…

Βγαίνω από την πολυκατοικία μας και … νάσου τους! Μες στο παρκαρισμένο αμάξι του πατέρα του. Να έχουν μισορίξει τα καθίσματα – ντερέκια και τα δύο, ζωή να’χουν-, να έχει ξαπλώσει εκείνος σαν πασάς σε οντά και η δικιά μου, από πάνω του, ουρί σωστό, με το πουκάμισο μισοβγαλμένο. Μιλάμε δηλαδή για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Των σεπτών ηθών του Αμαρουσίου. Κι άμα τούς χύμαγε, και αν τους έπαιρνε έστω μάτι κανένας ανώμαλος; Τόσα συμβαίνουν πλέον καθημερινά, έχει λαλήσει ο κόσμος. Βρήκε αργότερα το θράσσος η Ελίζα να ισχυριστεί ότι τους φρουρούσε ο σκύλος μας. Ο οποίος είναι τέτοιος μπούας που και διαρρήκτες να μπουκάρουν, θα τους κουνήσει την ουρά.

Δεν ήθελα, παρά ταύτα, να τη φέρω σε δύσκολη θέση εμπρός στον Τάσο. Πέταξα -εκτόξευσα κυριολεκτικά- τη σκουπιδοσακκούλα στον κάδο για να κάνει θόρυβο. Πήρα έπειτα τον Ξέρξη απ’το λουρί, πέρασα επιδεικτικά -ξυστά- από δίπλα τους και ξαναμπήκα στο σπίτι.

Με το επόμενο ασανσέρ ανέβηκε και η Ελίζα. Βρεμμένη γάτα; Θα θέλατε. Στην επίθεση πέρασε ακαριαία. "Τα’χω, μαμίνα μου, με τον Τάσο! Και με τον Τάσο… Τρέχει τίποτα;" Τίποτα δεν θα έτρεχε κανονικά. Στην ηλικία της έκανα πολύ χειρότερα, τα οποία μάλιστα τής έχω διηγηθεί και δεν το μετανοιώνω - να’ταν τα νιάτα δυό φορές… Όσο για τη "σχέση" της, τον συμμαθητή της, τον Αλκίνοο -το Αλκίνοος τον μάρανε!-, τον είχα καταλάβει εγώ, με το καλημέρα, ότι πρόκειται για καταδικασμένη περίπτωση κερατά. Από τα αγόρια εκείνα που δεν χειραφετούνται ποτέ. Που δεν αντρεύουν. Πού μένουν ισοβίως προσκολλημένα στη μάνα τους, ακόμα κι αν η μάνα τους έχει πεθάνει. Πώς να αξιώσουν αφοσίωση από άλλη γυναίκα; Ο Τάσος, σε αντίθεση με τον Αλκίνοο, στύβει την πέτρα κι ας μην έχει κλείσει τα είκοσι.

"Ο Τάσος είναι αλήτης!" "Γιατί, μαμίνα μου; Αφού τον ξέρεις από τόσον δα και τού είχες πάντα αδυναμία! Επειδή την πάτησε στις Πανελλαδικές και ξενιτεύτηκε για να σπουδάσει γιατρός; Brain drain το λένε… Σε αμερικάνικο -όχι σε βουλγάρικο- πανεπιστήμιο πηγαίνει στη Σόφια…"

Πρόβα τα είχε κάνει η Ελίζα όσα μού ξεφούρνιζε; Λες κι είχα εγώ καμιά σκασίλα αν θα κληρονομήσει ο Τάσος το μαγαζί του μπαμπά του, μη τυχόν μείνει το Μαρούσι χωρίς ουρολόγο… "Με δουλεύεις;" τής κάνω. "Μόλις σε κόλλησε το κωλόπαιδο!" "Πώς σού’ρθε αυτό;" θίχτηκε δήθεν. "Η αδελφή του δεν βγήκε χθες θετική;" "Μπήκε σε καραντίνα…" "Πού;" "Στο δωμάτιό της." "Αφού μοιράζονται το ίδιο μπάνιο!" "Έχουν και το wc…" "Σιγά μη χάσει η δεσποσύνη το αφρόλουτρό της! Την πέτυχα εγώ με μια αγκαλιά αιθέρια έλαια και bath bombs!" "Τους έχεις για τόσο ανεύθυνους;" "Για να σε φιλάει ο Τάσος στην πυλωτή!"

Με έπιασε ξαφνικά ημικρανία. "Ξέρεις, Ελίζα, τι μέρα είναι αύριο;" "31 Δεκεμβρίου." "Ποιους έχουμε καλέσει για ρεβεγιόν;" "Τα ξαδέλφια…" "Συν τον παππού και τη γιαγιά. Θέλεις να την αρπάξουν ο παππούς και η γιαγιά σου; Γέροι άνθρωποι; Ανεμβολίαστοι; - ας όψεται ο πνευματικός τους… Βαστάς να τους στείλεις στον τάφο;" "Ακύρωσέ το…" "Να αποκαλύψω στον πατέρα σου ότι σαλιάριζες με τον αδελφό της άρρωστης; Θα σε σκοτώσει!" "Να φύγω τότε εγώ από το σπίτι…" πρότεινε κι έλαμψε το πρόσωπό της. "Με ποια δικαιολογία;"

"Κολλάει παντού, λέμε, μαμίνα μου…" "Το ομολογείς, λοιπόν, ότι μολύνθηκες. Ελαφρά τη καρδία! Ίσως να το’χεις κιόλας μεταδόσει και σε εμένα!" "Να κάνω ένα τεστ;" "Δεν τα εμπιστεύομαι πλέον τα τεστ." "Κι αν είναι θετικό;" "Αυτό εύχεσαι λοιπόν, παλιοκόριτσο;"

Ελάτε στη θέση μου άμα δεν βρίσκεστε ήδη σε παρόμοια. Τρεις μήνες έχουν να ξεμυτίσουν τα πεθερικά μου από το σπίτι - της Γεωργιανής που τα προσέχει της φοράνε τριπλή μάσκα. Έτσι και αρρωστήσουν, ηλίου φαεινότερον πού θα το έχουν κολλήσει. Και τέρας να’μουν και να αδιαφορούσα σχετικά με την υγεία τους, δεν θα άντεχα να με βαραίνει η κατάρα κανενός. Πόσο δε μάλλον την Ελίζα μου.

Τελεία και παύλα. Θα εφαρμόσω το πρωτόκολλο. Θα ματαιώσω τη ρεβεγιόν. Θα αποκαλύψω σε όλους την αλήθεια. Και θα περάσουμε μαύρη Πρωτοχρονιά, με την Ελίζα να τρώγεται με τον πατέρα της, με τον πατέρα της να ρίχνει σε εμένα την τελική ευθύνη –"ούτε ένα δεκαεξάχρονο δεν μπορείς να προσέχεις!"-, ώσπου να κατεβάσει και το τρίτο ουίσκυ και να αρχίσει να ψιλοχάνει επαφή. Όσο για τους παππούδες σίγουρα θα μάς θυμώσουν. Θα βάλει λόγια και ο βρωμόπαπας, "είδατε τέκνα μου; και οι τρυπημένοι κολλάνε!", θα αρπάξει την ευκαιρία για να διεκδικήσει ξανά το κομπόδεμά τους, "τα παιδιά σας τα σπουδάσατε, τα προικίσατε… ενώ το τέμπλο του Ιερού Ναού μας παραμένει ημιτελές…"

Θα κάνω την καρδιά μου πέτρα και θα ματαιώσω τη ρεβεγιόν. Σιγά τη διασκέδαση στο κάτω-κάτω, να ακούω τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, συν τα φαρμακερά σχόλια της πεθεράς μου, συν τις πολιτικομπουρδολογίες της κουνιάδας μου. Κάλλιο να δω πεντέξι επεισόδια αμερικάνικης σειράς. Ξένοι πόνοι χάχανα…

"Για πού το έβαλες εσύ;" εξανίσταμαι καθώς τη βλέπω να ψευτομακιγιάρεται στον καθρέφτη. "Μού παρήγγειλε ο μπαμπάς δυό κοκακόλες από το μίνι μάρκετ…" "Βαμμένες πάμε πλέον στο μίνι μάρκετ; Μάς περιμένει εκεί κανείς;"

Όσο και να την καμαρώνω που είναι χαριτωμένη σαν τη σουσουράδα, χαρούμενη και ελαφριά σαν το αεράκι, δεν μπορώ να τη συγχωρέσω ακόμα. Να το ξεχάσω ότι εξαιτίας της καταστράφηκαν όλα – ποια όλα; - τα όποια όλα τέλος πάντων…
Εγώ τι κέρδισα; Εκείνη τουλάχιστον … με τον Τάσο… τον πήρε, αν τον πήρε, με φιλί τον κόβιντ. Το παλιοκόριτσο!

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας