22.1.21

Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Δύση: Παραδοχές και Προοπτικές

του Μάνου Καραγιάννη*,
από την Ρήξη (φ. 164) που κυκλοφορεί
(πίνακας φωτογραφίας: Ευγένιος Ντελακρουά)

Η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με τη Δύση εδώ και δυο αιώνες. Αυτή είναι η σημαντικότερη μεταβλητή που επηρεάζει τη διαμόρφωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Για γεωπολιτικούς λόγους, οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν τις δύο χώρες ως κομμάτια ενός ενιαίου χώρου που δεν πρέπει να κατακερματιστεί. Ο φόβος της Ρωσίας ήταν πάντα, δικαίως ή αδίκως, η κινητήρια δύναμη του δυτικού ενδιαφέροντος στην περιοχή.

Η συμμαχία με τη Δύση είναι ο σταθερός πυλώνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το 1830 μέχρι σήμερα. Το ελληνικό κράτος έχει διαχρονικά ταυτίσει την πορεία του με εκείνη των λεγόμενων ναυτικών δυνάμεων. Πρώτα η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία και ύστερα οι ΗΠΑ έπαιξαν τον ρόλο του προστάτη. Ο φιλοδυτικός προσανατολισμός της ελληνικής διπλωματίας τέθηκε μόνο δύο φορές σε δοκιμασία: την περίοδο της φιλογερμανικής ουδετερότητας το 1914-1917 και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου 1945-1949. Παρά την αρχική αβεβαιότητα για τις προθέσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η κυβέρνηση Τσίπρα δεν άλλαξε τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Από την άλλη, η σχέση της γειτονικής χώρας με τον δυτικό κόσμο είναι λιγότερη σταθερή στο διάβα του χρόνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνιστούσε ένα αυτόνομο πόλο στο διεθνές σύστημα που συγκυριακά συμμαχούσε με τις ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις (π.χ. Κριμαϊκός Πόλεμος). Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών το 1920, η κεμαλική Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με την Αντάντ και τους Έλληνες συμμάχους της. Έναν χρόνο αργότερα, η σοβιετική Ρωσία ενίσχυσε ποικιλοτρόπως το τουρκικό καθεστώς. Μετά το τέλος του ΒΠΠ, οι σοβιετικές εδαφικές διεκδικήσεις οδήγησαν την Άγκυρα στην αναθεώρηση της πολιτικής ουδετερότητας που είχε επιβάλλει ο Κεμάλ Ατατούρκ. Η Τουρκία έγινε μέλος του ΝΑΤΟ το 1952 και συντάχθηκε με τις αμερικανικές επιλογές στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.




Μια σειρά από γεγονότα του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος έχουν δημιουργήσει μια συγκεκριμένη εικόνα για την Ελλάδα στη γειτονική χώρα. Η επιστολή Τζόνσον το 1964, οι αμερικανικές κυρώσεις μετά την εισβολή του 1974, η είσοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2004, αλλά και η πρόσφατη κύρωση από το Κογκρέσο του νόμου για την εταιρική σχέση ασφάλειας και ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο (Eastern Mediterranean Security and Energy Partnership Act), έχουν οδηγήσει διαχρονικά τους Τούρκους στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει την υποστήριξη της Δύσης στους γεωπολιτικούς της σχεδιασμούς. Αυτό είναι όμως μερικώς αληθές.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, η Δύση αδυνατούσε (ή δεν επιθυμούσε) να τιθασεύσει την τουρκική επιθετικότητα. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα του ΝΑΤΟ που αντιμετωπίζει μια μεγάλη συμβατική απειλή που δεν καλύπτεται από το περίφημο άρθρο 5 της συνθήκης ίδρυσης της συμμαχίας• αυτό προβλέπει την αμυντική συνδρομή σε περίπτωση επίθεση εναντίον κράτους-μέλους από τρίτη χώρα. Ταυτόχρονα, η ΕΕ δεν κατόρθωσε ποτέ να διαδραματίσει ένα καταλυτικό ρόλο ως πάροχος ασφαλείας στην περιοχή. Παρά τη συμμετοχή της στις ευρω-ατλαντικές δομές, η Ελλάδα έχει βιώσει για δεκαετίες την ανασφάλεια που δημιουργεί η γειτνίαση με μια μεγάλη αυταρχική και αναθεωρητική χώρα. Η στρατηγική ανασφάλεια επιδεινώθηκε δραματικά μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Δεδομένου ότι η Μεγαλόνησος αντιμετωπιζόταν από σχεδόν το σύνολο του ελληνικού λαού ως φυσική προέκταση του ελλαδικού κράτους, η απώλεια του βόρειου τμήματος προκάλεσε ένα τεράστιο ψυχολογικό σοκ που ακόμα δεν έχει κατανοηθεί επαρκώς. Στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο, ο δυτικός παράγοντας απλά «αντάλλαξε» τα ελληνικά εθνικά δίκαια με την νομιμοφροσύνη της Τουρκίας. Με τον ίδιο τρόπο, περίπου, ερμηνεύτηκε η στάση των ΗΠΑ στην κρίση των Ιμίων το 1996.

Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινής γνώμης αδυνατεί να κατανοήσει πως λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος. Το διεθνές σύστημα παραμένει άναρχο, αφού δεν υπάρχει μια υπέρτατη εξουσία που να ρυθμίζει την κρατική συμπεριφορά. Οι διεθνείς οργανισμοί και θεσμοί παίζουν τον ρόλο που τους επιτρέπουν οι κρατικοί δρώντες. Σε έναν κόσμο αυτοβοήθειας, το εθνικό συμφέρον πρυτανεύει έναντι όλων των υπολοίπων. Η αμοιβαία εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση συμμαχιών και αξόνων. Η Ελλάδα μεγαλούργησε όταν ταύτισε τα συμφέροντα της με εκείνα των μεγάλων δυνάμεων και υπέστη μεγάλες ήττες όταν έκανε το αντίθετο.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, μια εγγενώς ασταθή περιοχή, η ανάδυση της ερντογανικής Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης προκαλεί νευρικότητα. Εδώ και είκοσι χρόνια, η γειτονική χώρα ζει μια αθόρυβη επανάσταση που συντελείται σε κοινωνικό, δημογραφικό, οικονομικό και τελικά πολιτικό επίπεδο. Η κεμαλική Τουρκία δεν υπάρχει πλέον και τη θέση της έχει πάρει μια νέα Τουρκία, περισσότερο θρησκευόμενη και συντηρητική. Μια Τουρκία που σχεδόν ντρέπεται για τη συμπόρευσή της με τη Δύση και προσανατολίζεται ξανά προς τον μουσουλμανικό κόσμο.

Οι δυτικές ελίτ, ιδιαίτερη εκείνη των ΗΠΑ, πάσχουν από το «σύνδρομο της χαμένης χώρας». Η κυβέρνηση Τρούμαν δεν εμπόδισε την κομμουνιστική κατάληψη της Κίνας το 1949, ο Πρόεδρος Ντε Γκωλ κατηγορήθηκε για την ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας και ο Πρόεδρος Κάρτερ χρεώθηκε την πτώση του Σάχη στο Ιράν. Πολλοί Αμερικανοί και Ευρωπαίοι πολιτικοί ακόμα αρνούνται να δεχτούν το προφανές: η Τουρκία απομακρύνεται από τη Δύση. Αυτή είναι μια μη αναστρέψιμη εξέλιξη που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ριζική αναθεώρηση της ελληνικής στρατηγικής.

Η Ελλάδα δύναται να οικοδομήσει μια νέα γεωπολιτική ταυτότητα που θα την προβάλει ως προπύργιο της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάτι παρόμοιο έχει ήδη κάνει η Ρουμανία που αντιμετωπίζεται ως τοποτηρητής των δυτικών συμφερόντων στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα θα θωρακιστεί διπλωματικά έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού και θα αυξήσει τη διαπραγματευτική της ισχύ μέσα στην ΕΕ. Δίχως αμφιβολία, οι στιγμές είναι ιστορικές για τον Ελληνισμό. Η Τουρκία επιστρέφει στο οθωμανικό της παρελθόν. Μην αφήσουμε την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.

*Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας




https://ardin-rixi.gr/archives/230146