2.5.20

Η Κάθοδος των Μυρίων (ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ)

Το 404π.Χ. πέθανε ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος Β΄. Η σύζυγός του Παρύσατις, που ήταν γυναίκα ικανότατη και ραδιούργα, δεν αγαπούσε τον πρωτότοκο γιο της τον Αρταξέρξη, αλλά το νεώτερο τον Κύρο, που τον είδαμε να διορίζεται στα τελευταία χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου ηγεμόνας στις δυτικές παραλίες της Μικράς Ασίας και να συντελεί με την πιστή του συμμαχία προς τους Σπαρτιάτες στον οριστικό τους θρίαμβο.
Σ’ αυτό τον Κύρο ήθελε η Παρύσατις να μεταβιβάσει το θρόνο αλλά ο Δαρείος Β’ πέθανε πριν τον διορίσει διάδοχο και έτσι κατέλαβε την εξουσία ο Αρταξέρξης Β’ που ονομάστηκε Μνήμων. Ο Κύρος όμως δεν παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του.
Προπαντός στηριζόταν στην αρχή που ίσχυε πολλές φορές στους Πέρσες, και στην οποία είχε στηριχτεί και άλλοτε ο Ξέρξης, ότι δηλαδή αυτός που γεννήθηκε ενώ βασίλευε ο πατέρας του προτιμάται από εκείνον που γεννήθηκε πριν.
Έπειτα είχε βοηθό τη μητέρα του Παρύσατι και έλπιζε να τον βοηθήσουν και οι παλιοί του σύμμαχοι οι Λακεδαιμόνιοι. Για να πετύχει πιο σίγουρα, φανέρωσε τις αξιώσεις του μόνο αφού συγκέντρωσε στη σατραπεία του σοβαρή δύναμη.
Αλλά τα σχέδια του δε διέφυγαν την προσοχή του Αλκιβιάδη που μετά τη νίκη στους Αιγός ποταμούς, επειδή δεν ένοιωθε ασφαλής στη Θρακική χερσόνησο, είχε καταφύγει στη Φρυγία κοντά στον Φαρνάβαζο και από εκεί παρατηρώντας από κοντά τα γεγονότα, κατάλαβε τι σκέφτεται ο Κύρος και ανακοίνωσε τις υπόνοιες του στο Φαρνάβαζο και θέλησε μάλιστα να πάει και στα Σούσα, στον Αρταξέρξη, για να αναμιχθεί πάλι στα πράγματα.
Αλλά δεν πρόφτασε να το κάνει, γιατί η Σπάρτη, που πληροφορήθηκε τους σκοπούς του, απαίτησε από το Φαρνάβαζο να τον θανατώσει.
Ο Φαρνάβαζος αν και συνδεόταν με αυτόν με το δεσμό της φιλοξενίας, φοβήθηκε να παρακούσει τους Λακεδαιμόνιους, που ήταν τότε παντοδύναμοι, και έστειλε δολοφόνους στο σπίτι του Αλκιβιάδη, οι οποίοι αφού τον περικύκλωσαν τον σκότωσαν.
Ώστε, ο Αλκιβιάδης πέθανε με τον τρόπο που του άξιζε, γιατί κάνοντας τόσες προδοσίες στη ζωή του, την τέλειωσε με προδοσία του τελευταίου του προστάτη. Ο Κύρος παρ’ όλα αυτά συμπλήρωσε τις ετοιμασίες του.
        

Ιδιαίτερα όταν έφτασε κοντά του, ο Κλέαρχος ο αρμοστής του Βυζαντίου βοήθησε όσο μπορούσε να συγκεντρωθεί κρυφά στράτευμα, γιατί η αποκατάσταση της ειρήνης στην κύρια Ελλάδα άφησε χωρίς δουλειά πολλούς άντρες που αγαπούσαν τον κίνδυνο και ο Κύρος είχε χρήματα και οι πολλές ανωμαλίες που συνέβαιναν στις πόλεις της Ασίας δικαιολογούσαν τη συγκέντρωση στρατευμάτων.
Έτσι με την πρόφαση ότι εκστρατεύει εναντίον των Πισιδών πειρατών, συγκέντρωσε όλα του τα στρατεύματα στις Σάρδεις και από εκεί ξεκινώντας το 401, πέρασε στο Ικόνιο, στην Ταρσό και την Ισσό, όπου βρήκε το ναύαρχο Πυθαγόρα που είχε σταλεί από τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αποφάσισαν να υποστηρίξουν την επιχείρηση του Κύρου, ελπίζοντας ότι, αν υπερισχύσει, θα τους βοηθήσει περισσότερο από πριν.
Ο ελληνικός αυτός στόλος και άλλος αιγυπτιακός, που ήλθε επίσης για να βοηθήσει τον Κύρο, εμπόδισαν ο πρώτος το σατράπη της Κιλικίας και ο δεύτερος το σατράπη της Συρίας να αντισταθούν από την αρχή στην εκστρατεία του Κύρου.
Επίσης προστέθηκαν 700 οπλίτες Λακεδαιμόνιοι με επικεφαλής το Χειρίσοφο στον πεζικό στρατό του Κύρου, που έφτασε χωρίς εμπόδια μέχρι τον Εύφράτη, πέρασε στην αριστερή του όχθη και έφτασε στην πεδιάδα Κούναξα, όπου τον περίμενε ο Αρταξέρξης.
Ο βασιλιάς, που είχε μάθει έγκαιρα τον κίνδυνο που τον απειλούσε, είχε προετοιμάσει στρατό, που αν δεν είναι υπερβολικά όσα λέγονται, ξεπερνούσε το 1.000.000 άντρες.
Ο Κύρος μπορούσε να αντιπαρατάξει μόνο 10.400 οπλίτες και 2.500 πελταστές, συνολικά 12.900 Έλληνες απ’ όλα τα μέρη, Λάκωνες, Αρκάδες, Αθηναίους, Θεσσαλούς και άλλους, και 100.000 Ασιάτες.
Στη μάχη που έγινε στά Κούναξα το Σεπτέμβρη του 401 π.Χ., έπεσε ο Κύρος και τα ασιατικά στρατεύματά του τράπηκαν σε φυγή.




Μόνο οι Έλληνες νίκησαν στη θέση που παρατάχτηκαν και αφού απέκρουσαν την απαίτηση του βασιλιά να παραδώσουν τα όπλα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, όπως ήταν συνταγμένοι σώζόντας τα όπλα και την τιμή τους:
Αυτή είναι η αείμνηστη κάθοδος των μυρίων, που την περίγραψε ο στρατηγός της Ξενοφών στη συγγραφή του, πού επιγράφεται «Κύρου ανάβασις».
Οι Έλληνες δεν επέστρεψαν από τον ίδιο δρόμο που πήγαν με τον Κύρο, αλλά βάδισαν μέσα από τη Μεσοποταμία, τη Μηδία, την Αρμενία προς τα νότια παράλια του Εύξεινου πόντου, για να πάνε από κει στη Θράκη.
Οι Πέρσες, που δεν τολμούσαν να τους επιτεθούν, προσποιήθηκαν στην αρχή ότι είναι πρόθυμοι να διευκολύνουν την επιστροφή τους, μέχρι που προσείλκυσαν με απάτη τον Κλέαρχο και όλους σχεδόν τους ανώτερους αξιωματικούς στο στρατόπεδό τους και τους θανάτωσαν.
Πίστεψαν ότι αν στερηθεί ο στρατός τους ηγεμόνες του, θα απελπιστεί και θα παραδώσει τα όπλα ή τoυλάχιστον θά διαλυθεί. Δεν ήξεραν όμως από τι ευγενικά στοιχεία απoτελoύνταν συνήθως τα ελληνικά τάγματα καί από τι θαυμαστή πειθαρχία διέπονταν.
Οι μύριοι για μια στιγμή μόνο τα έχασαν, αμέσως συνήλθαν και εκλέξαν νέους στρατηγούς ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ξενοφών, που ως τότε παρακολουθούσε το στρατό σαν απλός εθελοντής, αλλά τώρα ανέλαβε ουσιαστικά την αρχηγία που τυπικά μόνο είχε ο Χειρίσοφος.



Και πράγματι κατόρθωσε με εξαιρετική υπομονή και με τακτική κατάλληλα προσαρμοσμένη στις διάφορες περιστάσεις και χώρες να οδηγήσει τους Έλληνες μέσα σε τέσσερις μήνες, στην Τραπεζούντα, στη μέση του χειμώνα, μέσα σε άγριους τόπους, άγνωστους και χιονοσκέπαστους, ανάμεσα σε εχθρικούς λαούς, μέσα σε αδιάκοπες προδοσίες των επιτρόπων της περσικής κυβερνήσεως, χωρίς γεωγραφικό χάρτη, χωρίς μηχανικούς για την κατασκευή γεφυρών, με ένα λόγο χωρίς κανένα βοήθημα απ’ αυτά που έχουν οι νεώτεροι στρατοί.
Αξίζει να σημειωθεί και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα από το οποίο εμπνέονταν τα ελληνικά αυτά τάγματα.
Το αίσθημα αυτό που εκδηλωνόταν με ευλάβεια από τον Ξενοφώντα, υπήρξε ένα από τα κυριότερα στηρίγματα του στρατού στις μεγάλες δοκιμασίες που πέρασε. Γιατί από την Τραπεζούντα έφτασε στη Θράκη, μέσω της Βιθυνίας, σε άλλους τέσσερους μήνες.
Το πιο θαυμαστό απ’ όλα σ’ αυτή τη δωδεκάμηνη πορεία από τα παράλια της Μικράς Ασίας στα Κούναξα, από τα Κούναξα στην Τραπεζούντα και από την Τραπεζούντα στη Θράκη, είναι ότι ο στρατός έχασε μόνο τη μισή από την αρχική του δύναμη.

Ο Ξενοφών που επέστρεψε μετά από λίγο στην Ελλάδα και παρακολούθησε το φίλο του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών, εξορίστηκε από τους Αθηναίους, που έγιναν τότε φίλοι του Πέρση βασιλιά.

Αργότερα εγκαταστάθηκε σ’ ένα κτήμα κοντά στην Ολυμπία που ή το αγόρασε ή του το έκαναν δώρο οι Σπαρτιάτες και εδώ και στην Κόρινθο που έζησε αργότερα και όπου πέθανε το 455 σε ηλικία 90 χρονών, έγραψε το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής του. Αλλά εκείνο που τον έκανε αθάνατο είναι η ηγεμονία του στην κάθοδο των μυρίων.
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων στα βάθη της Ασίας, περιστοιχισμένη από χιλιάδες βαρβάρους, χωρίς να έχει να ελπίζει βοήθεια από πουθενά και χωρίς ηγεμόνες, κατόρθωσε πολεμώντας αδιάκοπα μέσα σε οκτώ μήνες να επιστρέψει στην πατρίδα με τα όπλα στα χέρια, πόσο καταπληκτικό θέαμα!
Τι λοιπόν έλειπε από το έθνος, που είχε τέτοιους στρατιώτες, τέτοιους στρατηγούς, τέτοια πειθαρχία, τέτοια ηθική υπεροχή, για να κυριαρχήσει και υλικά στον κόσμο πάνω στον οποίο κυριάρχησε ηθικά;
Έλειπε η πολιτική ενότητα, που χωρίς αυτή, στον πολιτικό βίο των εθνών, χάνονται τα πιο θαυμαστά προτερήματα, η πολιτική ενότητα που δεν έπαψαν να την επιδιώκουν οι πρόγονοί μας, αλλά δεν την απόκτησαν ούτε στην πρώτη περίοδο της ιστορίας τους, ούτε με την ηγεμονία της Σπάρτης, ούτε με την ηγεμονία των Θηβαίων.



Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Κ Παπαρρηγόπουλος

Εικόνα: https://en.wikipedia.org/wiki/Ten_Thousand