17.10.26

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΓΙΝΙΟΥ ΤΟ 1912. Του Θωμά Μπαλωματή.

Ήταν Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 1912 όταν η VII Μεραρχία μετά την Κατερίνη απελευθέρωσε το Αιγίνιο (τότε ακόμα λεγόταν Λιμπάνοβο).
Η VII Μεραρχία αποτελούνταν από: το 19ο,  20ο και 21ο Σύνταγμα πεζικού, την 3η Μοίρα πεδινού Πυροβολικού και μοίρα πυροβόλων και συγκροτήθηκε από επίστρατους εφέδρους προοδευτικά στην Αθήνα, τη Λαμία, τα Τρίκαλα και ολοκληρώθηκε η συγκρότησή της στη Λάρισα.
Διοικητής της μεραρχίας ήταν ο Κλεομένης Κλεομένης ή Κλεομένους, συνταγματάρχης πυροβολικού. Η Μεραρχία είχε δύναμη 7.000 περίπου ανδρών. Ενισχυμένη επιπλέον με δυνάμεις από ένα Τάγμα Κρητών, το 8ο Τάγμα Ευζώνων και σώματα Προσκόπων υπό τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, κινήθηκε προς την Πιερία και την Κατερίνη (την οποία απελευθέρωσε στις 16 Οκτωβρίου 1912), καλύπτοντας το δεξιό πλευρό του ελληνικού στρατού κατά την προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη.
Ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού που εγκατέλειψε την Κατερίνη διέφυγε βόρεια προς το Κίτρος, το Λιμπάνοβο και τον Γιδά (σημερινή Αλεξάνδρεια). Η κατάληψη του Αιγινίου εξασφάλισε τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα, ανοίγοντας τον δρόμο για τη γρήγορη προέλαση των ελληνικών δυνάμεων προς τη Χαλάστρα και την τελική απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (στις 26 Οκτωβρίου).
Στις 17 Οκτωβρίου, στις 4 το απόγευμα, το απελευθέρωσε και στρατοπέδευσε έξω από το χωριό στην περιοχή κάτω από το ύψωμα της Παναγίας και στα αλώνια. Από εκεί η VII Μεραρχία τηλεγράφησε στο Στρατηγείο:
Τηλ. "Αριθ. 544 / Λιβάνοβον (Αιγίνειον) 17-Χ-12 ώρα 6 μ.μ. Γεν. Στρατηγείον. / Μεραρχία αφίκετο σήμερον εις Λιβάνοβον (Αγίνειον), Λότζανον (Αγία Παρασκευή ή Παληάμπελα), Βουλτσίστα (Βούλιστα), Κολινδρός. Διετάχθη κατάληψις από μεσημβρίας γεφύρας Μέγα Νησέλι και πόρου Μυλοβός (Μεγάλη Γέφυρα). Αύριον προτίθεμαι διαβώ Αλιάκμονα εις Νησέλι και εξασφαλίσω δίοδον. / VΙΙ Μεραρχία Κλεομένης".
Το χωριό πανηγύριζε την απελευθέρωσή του με κωδωνοκρουσίες, (τότε ράγισε και η καμπάνα του Αγ. Αθανασίου), ζητωκαραυγές, παντού ελληνικές σημαίες και τους φούρνους να ψήνουν ψωμιά και πίτες για τους φαντάρους, ενώ οι πιτσιρικάδες έκαναν θελήματα των στρατιωτών να τους προμηθεύσουν από τα παντοπωλεία με διάφορα αναγκαία. Οι ιερείς, ο πρόεδρος (μουχτάρης) και οι κοινοτικοί σύμβουλοι (αζάδες), υποδέχτηκαν με κεράσματα τους αξιωματικούς και το Επιτελείο της Μεραρχίας και τους φιλοξένησαν.
(Για τη συμμετοχή και τη συμβολή των Αιγινιωτών με τον καπ. Αθ. Μακρή σ’αυτή τη στιγμή του πολέμου, ανατρέξετε στη σχετική προηγούμενη ανάρτησή μου).
Εδώ δίνω τον λόγο σ’αυτούς τους στρατιωτικούς που έζησαν τη μέρα αυτή, όπως την περιγράφουν στις ενθυμίσεις τους.
Ο αρχιμανδρίτης ιερέας της Μεραρχίας Ιωακείμ Σπετσιέρης, γράφει για κείνες τις ημέρες: «… Το εσπέρας της 17ης Οκτωβρίου αφικόμεθα εις το χωρίον Λιμπάνοβο ένθα κατασκηνώσαμεν έξωθεν του χωρίου. Την επομένην 18 Οκτωβρίου την 1 μ.μ. διήλθομεν τον Αλιάκμονα ποταμόν δια σιδηράς γεφύρας ήν εν μέρει είχον καταστρέψει οι Τούρκοι φεύγοντες… ».
Πολύ ενδιαφέρουσα και διαφορετική είναι η περιγραφή που κάνει ο Κωνσταντίνος Ζωρογιαννίδης, διοικητής του 3ου λόχου του 1ου τάγματος του 19ου συντάγματος πεζικού της 7ης Μεραρχίας, όταν έβλεπε το βράδυ από ψηλά, ίσως από την τούμπα που υπήρχε στο κέντρο του χωριού ή το ύψωμα της εκκλησίας της Παναγίας, τη μεραρχία στρατοπεδευμένη για διανυκτέρευση στο Λιμπάνοβο:
«…17η Οκτωβρίου…Τό Λιμπάνοβον εἶνε χωριό μεγάλο, γεμάτο τότε ἀπό διάφορα “κοτερά”, πλήν εἶχεν ἐνσκήψει αὐτῶ ἡ νόσος εὐλογιά∙ καί τούτου ἔνεκα ὁ καταυλισμός ἐγένετο ἔξωθι τοῦ χωρίου, παρά τινί φρέατι. Ἐκεῖ λοιπόν κατηυλίσθησαν ὅλα τά σώματα κατά τήν μέχρι Λιμπανόβου πορείαν των, διελθόντες διά τῶν ἐπί τῆς ὁδού πορείας ἄλλων χωρίων, ἐπρομηθεύθησαν ἀνάλογον ἕκαστος ποσότητα “κοτερῶν”, τήν ὁποίαν συνεπλήρωσαν εἰς τό Λιμπάνοβον. Οὕτω το ἑσπέρας τῆς ἐκεῖσε διαμονῆς, καίτοι οἱ λόχοι, τουλάχιστον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος πάντες εἶχον παρασκευάσει συσσίτιον ἐκ κρέατος, ἐκ τῶν σχηματισθεισῶν ἀγελῶν παρ’ ἑκάστου σώματος, ἐξ ἀδεσπότων καθ’ ὁδόν σφαγίων διαφόρων εἰδῶν, ἐντούτοις οὐδείς ἔλαβε συσσίτιον. Ἕκαστος τῶν ἀνδρῶν (τουλάχιστον τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος) εἶχε παρασκευάσει τήν φωτιάν του (τήν ψησταριάν του) ἤ ἀνά δύο ἄνδρες μίαν μεγάλην ψησταριάν. Ἑκατέρωθεν ἑκάστης εὐρίσκοντο ἀνά εἷς στρατιώτης, δηλαδή ἑκάστη ψησταριά ἐφιλοξένει δύο στρατιώτας. Ἕκαστος στρατιώτης ἐστριφογύριζε τήν «σούφλαν» του περιβεβλημένην τουλάχιστον ἕξ “κοτερά” διαφόρου ἀποχρώσεως, δηλαδή κότες, χῆνες, πάπιες, γαλοπούλες κλπ. Ὅλαι αἱ πυραί ἐπί ἐδάφους προσκλινούς. Ἀν ἤθελε τις τάς ἀριθμήσει, θά τάς εὔρισκεν ἄνευ ὑπερβολῆς πλέον τῶν τριῶν χιλιάδων. Τό θέαμα ὑπήρξε μεγαλοπρεπέστατον καί ἀνώτερον πάσης περιγραφῆς. Τώρα ποῦ εὐρέθησαν ἐκείνα τά «κοτερά» –αἱ δεκάδες χιλιάδων- πότε ἠτοιμάσθησαν, τόσον τά «κοτερά» ὅσον καί οἱ ψησταριές, πῶς καί πότε ἐψήθησαν καί πῶς καί πότε ἐφαγώθησαν, εἶναι μυστήριον, τό ὁποῖον χαρακτηρίζει τήν ἀξιάδα τοῦ Ρωμιοῦ, εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Τό μεγαλοπρεπέστατον θέαμα τῶν πυρῶν τῆς βραδυάς ἐκείνης, τό τοσούτω φαντασμαγορικόν μέ τούς περίφημους σουφλιμάδες του, θά μου μείνη ἀνεξίτηλον εἰς τήν μνήμην μου καί μετά θάνατον άκόμη. Τοιαύτην ὀργάνωσιν θά ήδύνατο τις νά κάμη μόνον κατόπιν, τουλάχιστον, ἑβδομάδος προετοιμασίας».

Ο Κων. Ζωρογιαννίδης έφιππος.

σε καταυλισμό

Τμήμα της 7ης Μεραρχίας σε πορεία.