Το τελευταίο διάστημα, ένας νέος όρος εμφανίζεται όλο και συχνότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις συζητήσεις γύρω από την εικόνα μας. Πρόκειται για το λούκσμαξινγκ (looksmaxxing), μια διαδικτυακή τάση η οποία υποστηρίζει ότι η ομορφιά μπορεί να αναλυθεί και να βελτιωθεί.
Στην αρχή, το λούκσμαξινγκ αφορούσε σε απλές καθημερινές συνήθειες όπως η φροντίδα του δέρματος, η άσκηση, η σωστή διατροφή ή ένα κολακευτικό κούρεμα. Σταδιακά όμως εξελίχθηκε σε μια ολόκληρη φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία η ομορφιά δεν είναι θέμα προσωπικής αισθητικής, αλλά ένα σύνολο χαρακτηριστικών που μπορούν να μετρηθούν και να πλησιάσουν ένα υποτιθέμενο ιδανικό. Οι υποστηρικτές του πιστεύουν ότι κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου πρέπει να βαθμολογηθεί. Και εάν εντοπιστούν οι λεγόμενες «ατέλειες», υπάρχουν τρόποι να διορθωθούν.
Από την περιποίηση στις επεμβάσεις
Το λούκσμαξινγκ χωρίζεται σε δύο κατηγορίες.
Η πρώτη αφορά στις ήπιες αλλαγές (softmaxxing). Περιλαμβάνει πρακτικές που δεν απαιτούν ιατρικές παρεμβάσεις, όπως:περιποίηση δέρματος,
άσκηση και βελτίωση της φυσικής κατάστασης,
ισορροπημένη διατροφή,
επαρκή ύπνο,
περιποίηση μαλλιών ή γενειάδας,
ορθοδοντική θεραπεία, όπου χρειάζεται,
επιλογές στο ντύσιμο ή στο χτένισμα που αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου.
Η δεύτερη αφορά στις έντονες παρεμβάσεις (hardmaxxing). Δηλαδή από ενέσιμες θεραπείες έως χειρουργικές παρεμβάσεις και εμφυτεύματα.
Πώς άρχισε
Το λούκσμαξινγκ εμφανίστηκε πριν από περίπου μία δεκαετία σε μικρές διαδικτυακές κοινότητες, κυρίως ανδρών, όπου τα μέλη συζητούσαν τρόπους να βελτιώσουν την εμφάνισή τους και αντάλλασσαν συμβουλές, από την περιποίηση του δέρματος μέχρι τις αισθητικές επεμβάσεις.
Η μεγάλη του εξάπλωση, όμως, ήρθε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσα από σύντομα βίντεο, συμβουλές και φωτογραφίες «πριν και μετά», η τάσηεξαπλώθηκε γρήγορα και σήμερα απευθύνεται τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες.
Έφηβοι, οι πιο ευάλωτοι
Σήμερα το λούκσμαξινγκ βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής ψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων και άλλων επιστημόνων. Προειδοποιούν ότι η διαρκής αναζήτηση της «τέλειας» εμφάνισης μπορεί να υπονομεύσει την αυτοεκτίμηση και να ασκήσει έντονη ψυχολογική πίεση, ιδιαίτερα στους εφήβους.
Η ανησυχία δεν αφορά στη φροντίδα της εμφάνισης. Αυτό που προβληματίζει είναι η εμμονή με την εμφάνιση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε:χαμηλή αυτοεκτίμηση,
συνεχή σύγκριση με τους άλλους,
υπερβολική ενασχόληση με πραγματικές ή φαντασιακές ατέλειες,
άγχος και απογοήτευση όταν η τελειότητα αποδεικνύεται άπιαστη.
Σε μια ηλικία όπου οι νέοι αναζητούν ακόμη την ταυτότητά τους, η συνεχής έκθεση σε βίντεο που αναλύουν πρόσωπα, βαθμολογούν χαρακτηριστικά και προτείνουν «διορθώσεις» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η αξία ενός ανθρώπου εξαρτάται κυρίως από την εμφάνισή του.
Μια νέα αγορά
Και φυσικά, δεν άργησαν να εμφανιστούν εταιρείες που είδαν σε αυτή την κουλτούρα μια επιχειρηματική ευκαιρία. Ζητούν από τους ενδιαφερόμενους να ανεβάσουν φωτογραφίες του προσώπου τους και τις αναλύουν με τη βοήθεια αλγορίθμων. Με βάση τα αποτελέσματα, συντάσσουν μια εξατομικευμένη αναφορά, στην οποία επισημαίνουν τις λεγόμενες «ατέλειες» και προτείνουν τρόπους «βελτίωσης», από αλλαγές στην περιποίηση και το μακιγιάζ έως αισθητικές επεμβάσεις.
Ένα ακόμη ερώτημα είναι ποια πρότυπα ομορφιάς χρησιμοποιούν αυτές οι εφαρμογές. Η ομορφιά δεν ορίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες και τους πολιτισμούς. Παρ’ όλα αυτά, αρκετές από τις προτάσεις που δίνουν οι εταιρείες, παραπέμπουν σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο: λεπτότερες μύτες, μεγαλύτερα μάτια και πιο έντονα ζυγωματικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα και περισσότερα πρόσωπα αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας. Μας προτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας, αλλά ταυτόχρονα μάς πείθει ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να είμαστε όμορφοι.
Με πληροφορίες από: The Guardian
