Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος
Όλα περνούν κι όλα μένουν,
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους,δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,
ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.
Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,
τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.
Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται
από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε…
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…
Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…
Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο απόνερα στη θάλασσα.
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε
να περνάμε κάνοντας δρόμους,δρόμους πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,
ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη
των ανθρώπων το τραγούδι μου.
Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,
τους αβαρείς και αβρούς,
σαν σαπουνόφουσκες.
Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται
από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε…
Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…
Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,
ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…
Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος
και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
φαίνεται το μονοπάτι
που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο απόνερα στη θάλασσα.
...............................................
του Robert Lee Frost,
“The road not taken” σε μετάφραση Δάφνης Χρονοπούλου
λυπόμουν που να πάρω και τους δυο τους δρόμους δε γινόταν,
γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν,
στάθηκα πολύ καιρό
και κάτω κοίταζα τον ένα ως το μακρινό
σημείο που έγερνε και μέσα στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, πήρα,
και κάτω κοίταζα τον ένα ως το μακρινό
σημείο που έγερνε και μέσα στα χαμόκλαδα χανόταν.
Ύστερα, δίκαια κι ωραία, πήρα,
αποφασισμένος,
τον άλλο δρόμο, κι ίσως να ήτανε και τυχερό
μια κι ήτανε απάτητος,
τον άλλο δρόμο, κι ίσως να ήτανε και τυχερό
μια κι ήτανε απάτητος,
χορταριασμένος·
Αν και εκεί μπροστά μου ήτανε φθαρμένος·
στην αρχή τους ήταν όμοιοι και οι δυο.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί
στα φύλλα επάνω
Αν και εκεί μπροστά μου ήτανε φθαρμένος·
στην αρχή τους ήταν όμοιοι και οι δυο.
Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί
στα φύλλα επάνω
ούτε βήμα δε φαινόταν να’ χει κάνει πίσω.
Ώ! Άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!
Ώ! Άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!
Επειδή
όμως ήξερα πως ο ένας δρόμος σε άλλον οδηγεί
αμφέβαλλα αν ποτέ μου
όμως ήξερα πως ο ένας δρόμος σε άλλον οδηγεί
αμφέβαλλα αν ποτέ μου
θα μπορούσα να γυρίσω πίσω.
Σε κάποιο τόπο θα το λέω μετά από καιρό
αναστενάζοντας χρόνια και χρόνια μετά:
πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –πήρα τον δρόμο τον λιγότερο πεπατημένο, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
Σε κάποιο τόπο θα το λέω μετά από καιρό
αναστενάζοντας χρόνια και χρόνια μετά:
πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –πήρα τον δρόμο τον λιγότερο πεπατημένο, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
.........................................
Χριστίνα Παρασχά, "Να μάθεις να φεύγεις"
«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις!
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»"

