Και φέτος την Αποκριά, σε όλη τη χώρα, από τη Θράκη μέχρι και την Κρήτη, με «δυνατούς» ενδιάμεσους σταθμούς – Κοζάνη, Τύρναβο, Ήπειρο, Θήβα, Πάτρα, Κυκλάδες και άλλους ξεχωριστούς τόπους–, τα σκωπτικά αυτά τραγούδια με τις αδρές, προκλητικές σεξουαλικές αναφορές θα έχουν την τιμητική τους.
Τα Γαμοτράγουδα έχουν βαθιά ρίζα που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα, περνά από το Βυζάντιο και φτάνει έως τις μέρες μας, όπου συμμετέχουν σε εθιμικές τελετουργίες. Μπουρανί, Λαϊκά Δικαστήρια Ανήθικων Πράξεων, Μπαμπόγεροι, Βλάχικος Γάμος είναι μερικές αφορμές για το ξεστόμισμά τους. Συνοδεύονται από κατάλληλες χορογραφίες και κινήσεις του τραγουδιστή και της χορωδίας που ανταπαντούν μεταξύ τους, ενισχύοντας το μήνυμά τους. Αρχικά δίχως τη συνοδεία μουσικών οργάνων, στην πορεία όμως προστέθηκαν, ανάλογα με τις ζώνες και τα «γούστα» της κοινότητας, κλαρίνο, βιολί, λαγούτο, τουμπερλέκι.
Πυρήνας τους, η νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο, η σπορά και η αναγέννηση της φύσης, η ευγονία. Το γήρας λοιδορείται, η νιότη αποθεώνεται. Δεν είναι τυχαίο πως οι τελετές λαμβάνουν χώρα στο τελείωμα του χειμώνα, προμηνύοντας τον ερχομό της άνοιξης, και οι φαλλοί έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη θεματολογία τους αλλά και μέσω ευφάνταστων ομοιωμάτων στη σκηνογραφία τους. Η ματιά τους όμως κάθε άλλο παρά φαλλοκρατική είναι…
Καλώστονε τον Κωσταντή
που ’χει ψωλή μεγάλη
δυόμισι πήχες μακριά
και χώρια το κεφάλι…
Τα παραπάνω τραγουδούν ακόμη και θεοσεβούμενοι ηλικιωμένοι, γέροι και γριές με περιπαικτική διάθεση, μια και την Αποκριά όλα επιτρέπονται. Και φυσικά, μαζί και οι ανατρεπτικές κριτικές στον καθωσπρεπισμό και στην κάθε λογής εξουσία.
Καλώστονε τον Κωσταντή
που ’χει ψωλή μεγάλη
δυόμισι πήχες μακριά
και χώρια το κεφάλι…
Τα παραπάνω τραγουδούν ακόμη και θεοσεβούμενοι ηλικιωμένοι, γέροι και γριές με περιπαικτική διάθεση, μια και την Αποκριά όλα επιτρέπονται. Και φυσικά, μαζί και οι ανατρεπτικές κριτικές στον καθωσπρεπισμό και στην κάθε λογής εξουσία.
Άλλωστε, οι ίδιοι οι τραγουδιστάδες μετά το τέλος των εορτών και το απαραίτητο αυτό «πρόστυχο» διάλειμμα θα επιστρέψουν στον σεβάσμιο βίο τους. Μαζί με την Καθαρά Δευτέρα, όπου το ξεσάλωμα ολοκληρώνεται, ξεκινά η Σαρακοστή και βέβαια ακολουθεί η Ανάσταση και το Πάσχα.
Την ψωλήν του δούλου σου
Σώτερ ανάπαυσον…
Αυτός ο ψαλμός συνοδεύει την περιφορά του νεκρού μέσα στην κοινότητα, όταν εκείνος ξαφνικά ζωντανεύει και αγκαλιάζει ξεδιάντροπα τη χαροκαμένη νύφη που ακολουθεί το φέρετρο. Κάπως έτσι η ταφή συμφιλιώνεται με τον γάμο.
Η Μιράντα Τερζοπούλου, τέως ερευνήτρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, αναφέρει σχετικά: «Σε επίπεδο “εικόνας”, η ανατροπή συντελείται μέσα από τις μεταμφιέσεις και τα δρώμενα, όπου τα άτομα δεν μπορούν να καθοριστούν ούτε από το φύλο ούτε από την ηλικία, ούτε καν από το ζωικό είδος τους: οι άντρες γίνονται γυναίκες, οι γυναίκες άντρες, οι φτωχοί αρχοντάδες, οι παλαβοί βασιλιάδες, οι γριές λεχώνες, οι άνθρωποι ζώα, οι ιερουργίες φάρσες, μέσα σ’ ένα γενικό χαοτικό κλίμα, όπου η τρέλα αντικαθιστά τη σοβαρότητα, η κατάχρηση τη συνήθη λιτότητα, ο αισθησιασμός την εγκράτεια, η ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα τον αυστηρό έλεγχο, η αταξία την τάξη…
Στο πλαίσιο του αντεστραμμένου αυτού συστήματος αξιών νομιμοποιείται η ελευθεροστομία, η βωμολοχία, η παραβίαση των ισχυρών ταμπού, η βεβήλωση της ιερότητας, η διατυμπάνιση της σεξουαλικής επιθυμίας. Τα παράλογα γίνονται λογικά, το ψέμα διαψεύδει την αλήθεια, τα αντίθετα και αντίπαλα συναντιούνται. Άνθρωποι που δεν είναι αυτό που φαίνονται τραγουδούν τραγούδια που δεν εννοούν αυτό που λένε. Γιατί, μέσα από τον εύθυμο, ανάλαφρο, περιπαικτικό λόγο και τις κωμικές καταστάσεις και μέσα από το παραπλανητικό μπέρδεμα σημαινόντων και σημαινομένων, αναζητούν τον διφορούμενο κώδικα με τον οποίο θα εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για τα κακώς κείμενα, θα δηλώσουν την αντίστασή τους σε κάθε κοσμική ή υπερκόσμια καταπιεστική εξουσία». (Από το ένθετο της έκδοσης Τα Αποκριάτικα – Ανίερα Ιερά, 1994)
Ο παπάς μας ο Γιαννής
Την ψωλήν του δούλου σου
Σώτερ ανάπαυσον…
Αυτός ο ψαλμός συνοδεύει την περιφορά του νεκρού μέσα στην κοινότητα, όταν εκείνος ξαφνικά ζωντανεύει και αγκαλιάζει ξεδιάντροπα τη χαροκαμένη νύφη που ακολουθεί το φέρετρο. Κάπως έτσι η ταφή συμφιλιώνεται με τον γάμο.
Η Μιράντα Τερζοπούλου, τέως ερευνήτρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, αναφέρει σχετικά: «Σε επίπεδο “εικόνας”, η ανατροπή συντελείται μέσα από τις μεταμφιέσεις και τα δρώμενα, όπου τα άτομα δεν μπορούν να καθοριστούν ούτε από το φύλο ούτε από την ηλικία, ούτε καν από το ζωικό είδος τους: οι άντρες γίνονται γυναίκες, οι γυναίκες άντρες, οι φτωχοί αρχοντάδες, οι παλαβοί βασιλιάδες, οι γριές λεχώνες, οι άνθρωποι ζώα, οι ιερουργίες φάρσες, μέσα σ’ ένα γενικό χαοτικό κλίμα, όπου η τρέλα αντικαθιστά τη σοβαρότητα, η κατάχρηση τη συνήθη λιτότητα, ο αισθησιασμός την εγκράτεια, η ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα τον αυστηρό έλεγχο, η αταξία την τάξη…
Στο πλαίσιο του αντεστραμμένου αυτού συστήματος αξιών νομιμοποιείται η ελευθεροστομία, η βωμολοχία, η παραβίαση των ισχυρών ταμπού, η βεβήλωση της ιερότητας, η διατυμπάνιση της σεξουαλικής επιθυμίας. Τα παράλογα γίνονται λογικά, το ψέμα διαψεύδει την αλήθεια, τα αντίθετα και αντίπαλα συναντιούνται. Άνθρωποι που δεν είναι αυτό που φαίνονται τραγουδούν τραγούδια που δεν εννοούν αυτό που λένε. Γιατί, μέσα από τον εύθυμο, ανάλαφρο, περιπαικτικό λόγο και τις κωμικές καταστάσεις και μέσα από το παραπλανητικό μπέρδεμα σημαινόντων και σημαινομένων, αναζητούν τον διφορούμενο κώδικα με τον οποίο θα εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για τα κακώς κείμενα, θα δηλώσουν την αντίστασή τους σε κάθε κοσμική ή υπερκόσμια καταπιεστική εξουσία». (Από το ένθετο της έκδοσης Τα Αποκριάτικα – Ανίερα Ιερά, 1994)
Ο παπάς μας ο Γιαννής
τόνε πάτησε μιανής…
Ανέκαθεν τα Γαμοτράγουδα ήταν, για ορισμένους τουλάχιστον, ενοχλητικά. Σήμερα ίσως λιγότερο, αν και ενδεικτικές αντιδράσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Το 1994, όταν ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής Δόμνας Σαμίου κυκλοφόρησε την πιο διάσημη έκδοσή του, Τα Αποκριάτικα, τα ανίερα ιερά αυτά τραγούδια τάραξαν τα νερά των σεμνότυφων υπερασπιστών της παράδοσης τόσο στον καιρό τους, όσο και στα κατοπινά χρόνια στις ζωντανές παραστάσεις τους. Μέχρι και σε δικαστήρια έσυραν την ερμηνεύτρια και λαογράφο. Ευτυχώς, ο καλλιτεχνικός κόσμος και άλλοι νοήμονες στάθηκαν στο πλευρό της. Τόνιζε χαρακτηριστικά ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Η μεγαλόσχημη και βαρύγδουπη επίθεση εναντίον της Δόμνας Σαμίου μάς αναγκάζει να επαναλάβουμε τα αυτονόητα: Η Δόμνα Σαμίου είναι λαογράφος, τα σκωπτικά τραγούδια της Αποκριάς ανήκουν στη μουσική μας παράδοση. Αιώνες ορθόδοξου χριστιανικού βίου δεν ενοχλήθηκαν από αυτά, διότι τα έθιμα δεν είναι ποτέ χυδαία. Τα τραγούδια μιας παλιάς λαϊκής γιορτής δεν είναι ποτέ χυδαία. Χυδαίος είναι μόνο ο πουριτανισμός, οι πόζες του λαϊφστάιλ και η μικροαστική ηθική. Λυπάμαι που μερικοί ανίδεοι δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό και δημιουργούν πρόβλημα εκ του μη όντος. Θα σταθούμε στο πλευρό της Δόμνας – με κάθε τρόπο– και θα μείνουμε νηφάλιοι ώσπου να περάσει κι αυτή η κρίση νεο-συντηρητισμού και μισαλλοδοξίας που ενέσκηψε πάλι στη ζωή μας».
Με τη θεια μου την Κοντύλω
Ανέκαθεν τα Γαμοτράγουδα ήταν, για ορισμένους τουλάχιστον, ενοχλητικά. Σήμερα ίσως λιγότερο, αν και ενδεικτικές αντιδράσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Το 1994, όταν ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής Δόμνας Σαμίου κυκλοφόρησε την πιο διάσημη έκδοσή του, Τα Αποκριάτικα, τα ανίερα ιερά αυτά τραγούδια τάραξαν τα νερά των σεμνότυφων υπερασπιστών της παράδοσης τόσο στον καιρό τους, όσο και στα κατοπινά χρόνια στις ζωντανές παραστάσεις τους. Μέχρι και σε δικαστήρια έσυραν την ερμηνεύτρια και λαογράφο. Ευτυχώς, ο καλλιτεχνικός κόσμος και άλλοι νοήμονες στάθηκαν στο πλευρό της. Τόνιζε χαρακτηριστικά ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Η μεγαλόσχημη και βαρύγδουπη επίθεση εναντίον της Δόμνας Σαμίου μάς αναγκάζει να επαναλάβουμε τα αυτονόητα: Η Δόμνα Σαμίου είναι λαογράφος, τα σκωπτικά τραγούδια της Αποκριάς ανήκουν στη μουσική μας παράδοση. Αιώνες ορθόδοξου χριστιανικού βίου δεν ενοχλήθηκαν από αυτά, διότι τα έθιμα δεν είναι ποτέ χυδαία. Τα τραγούδια μιας παλιάς λαϊκής γιορτής δεν είναι ποτέ χυδαία. Χυδαίος είναι μόνο ο πουριτανισμός, οι πόζες του λαϊφστάιλ και η μικροαστική ηθική. Λυπάμαι που μερικοί ανίδεοι δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό και δημιουργούν πρόβλημα εκ του μη όντος. Θα σταθούμε στο πλευρό της Δόμνας – με κάθε τρόπο– και θα μείνουμε νηφάλιοι ώσπου να περάσει κι αυτή η κρίση νεο-συντηρητισμού και μισαλλοδοξίας που ενέσκηψε πάλι στη ζωή μας».
Με τη θεια μου την Κοντύλω
επηγαίναμε στο μύλο
μπιγιρνέ – μπιγιρνέ – μπίγι – μπίγι – μπιγιρνέ **
Κούντα (σ.σ. σκούντα) ’γω και κούντα ’κείνη
δίν’ ο Θιός και πέφτ’ εκείνη πάνω γω ‘πο κάτω εκείνη.
– Άχου θεια και να ’σουν ξένη
μπιγιρνέ – μπιγιρνέ – μπίγι – μπίγι – μπιγιρνέ **
Κούντα (σ.σ. σκούντα) ’γω και κούντα ’κείνη
δίν’ ο Θιός και πέφτ’ εκείνη πάνω γω ‘πο κάτω εκείνη.
– Άχου θεια και να ’σουν ξένη
και το τι ’θελε να γένει!
– Κάμε γιε μου τη δουλειά σου
– Κάμε γιε μου τη δουλειά σου
κι εγώ είμαι πάλι θεια σου!
Να κι ο μπάρμπας από πέρα
Να κι ο μπάρμπας από πέρα
τράκα τρούκα τη μαχαίρα:
– Βρ’ ανιψιέ καταραμένε κ’ ίντα πολεμάς καημένε;
– Μπάρμπα θερμασιά [σ.σ. πυρετός] την πιάνει
και την πλάκωσα να γειάνει!
– Πλάκωσ’ τη καλά παιδί μου
όπου να ’χεις την ευχή μου!
Να σημειωθεί ότι ο διπλός αυτός δίσκος συνοδευόταν από εκτενή επεξηγηματικά κείμενα που ανέλυαν το παγανιστικό πλαίσιο εντός του οποίου παρουσιάζονταν τα τραγούδια, συνδεδεμένα στενά με την εποχή τους αλλά και το κοινωνικό πλαίσιο που τα γέννησε.
Το βέβηλο και το άσεμνο είναι μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευθεί και μελετηθεί, αφού «επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες» –όπως παρατηρεί ο καθηγητής Μ. Μερακλής στο ένθετο του δίσκου– «η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική» και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε, παραποιώντας την αλήθεια κάποιων συγκεκριμένων πολιτισμικών φαινομένων.
– Βρ’ ανιψιέ καταραμένε κ’ ίντα πολεμάς καημένε;
– Μπάρμπα θερμασιά [σ.σ. πυρετός] την πιάνει
και την πλάκωσα να γειάνει!
– Πλάκωσ’ τη καλά παιδί μου
όπου να ’χεις την ευχή μου!
Να σημειωθεί ότι ο διπλός αυτός δίσκος συνοδευόταν από εκτενή επεξηγηματικά κείμενα που ανέλυαν το παγανιστικό πλαίσιο εντός του οποίου παρουσιάζονταν τα τραγούδια, συνδεδεμένα στενά με την εποχή τους αλλά και το κοινωνικό πλαίσιο που τα γέννησε.
Το βέβηλο και το άσεμνο είναι μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευθεί και μελετηθεί, αφού «επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες» –όπως παρατηρεί ο καθηγητής Μ. Μερακλής στο ένθετο του δίσκου– «η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική» και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε, παραποιώντας την αλήθεια κάποιων συγκεκριμένων πολιτισμικών φαινομένων.
Διαφωτιστική ήταν και η τοποθέτηση της ίδιας της Σαμίου σε συνέντευξή της στον Φώτη Απέργη (19/02/1994, Ελευθεροτυπία): «Είχα πουριτανικές αντιδράσεις. Ακόμα και επιστήμονες θεωρούν ότι τα τραγούδια αυτά δεν πρέπει να ακούγονται. Και όμως, είναι τόσο φυσικά, όσο και αυτά του γάμου και της ξενιτιάς. Επιβιώνουν δε σ’ ένα σωρό χωριά, αλλά και πόλεις. Στην Κοζάνη, ας πούμε, ανάβουν τις Απόκριες στις γειτονιές φανούς –φωτιές δηλαδή– κι αφού έχουν πιει απ’ το πρωί, μαζεύονται κατά ομάδες και τραγουδούν:
Σαράντα μ’νιά, μπρε-μπρε-μπρε,
Σαράντα μ’νιά, μπρε-μπρε-μπρε,
σαράντα μ’νιά μι κύκλουσαν
σαράντα μ’νιά μι κύκλουσαν
σαράντα μ’νιά μι κύκλουσαν
τον πούτσου να μι φάνι.
Kι ο πούτσος μου καμαρωτός
Kι ο πούτσος μου καμαρωτός
τ’ αρχίδια μου ρουτάει:
– Tι λιέτι σεις, αρχίδια μου,
– Tι λιέτι σεις, αρχίδια μου,
μπουρώ να τα γαμήσω;
– Nα τα γαμήσεις πούτσκαρη [σ.σ. μεγάλος φαλλός] κι μεις θα σι βουηθούμι
– Nα τα γαμήσεις πούτσκαρη [σ.σ. μεγάλος φαλλός] κι μεις θα σι βουηθούμι
μόνο ν’ αφήσεις κι για μας,
λίγο μέσα να μπούμι.
»Εκπληρούν κατ’ αρχάς μια ανάγκη παλιότερη απ’ την ντροπή: την ανάγκη του εξευμενισμού της γης για να καρπίσει. Στη λαϊκή, ήδη όμως και από την αρχαία παράδοση, η γη ταυτίζεται με τη γυναίκα. Κι αυτό στα έθιμα είναι σαφές: στον Τύρναβο, ας πούμε, φτιάχνουν κάθε άνοιξη ξύλινα ομοιώματα φαλλών και τα χώνουν στη γη, για να καρπίσουν, λένε, τα αμπέλια. Και άλλοτε, γεμίζουν με κρασί πήλινους φαλλούς και κερνούν όποιον περνάει…
»Ήταν χρέος μου να τα καταγράψω, όπως κατέγραψα όλα τα άλλα δημοτικά τραγούδια μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχουν βρόμικες λέξεις, μόνο βρόμικα μυαλά, γνωστό αυτό. Το ότι είμαι χριστιανή, με τον δικό μου τρόπο –θα μου επιτρέψετε–, δεν σημαίνει ότι πετάω στον Καιάδα τέτοια τραγούδια ασύλληπτης φαντασίας και διονυσιακής εξωστρέφειας. Κάθε άλλο. Έκανα μεγάλο κόπο για να τα μαζέψω και κάθε φορά εντυπωσιαζόμουν με τον πλούτο των εικόνων τους και την έμπνευση του ανώνυμου δημιουργού. Ή, μάλλον, των ανώνυμων δημιουργών, αφού η προφορική παράδοση μεταλλάσσεται μέσα στους αιώνες».
Τα Γαμοτράγουδα της Αποκριάς γεννούν και εμπνέουν συνεχιστές. Σε άλλες εποχές και υπό άλλους ρυθμούς, με τις ίδιες όμως αιτίες και ανάγκες και πάντα ενάντια στα «κατεστημένα» που επιδιώκουν να επιβάλλουν τις θέσεις τους με το στανιό. Ένα σύγχρονο τέτοιο τραγούδι θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυτό που ερμήνευσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου για τις ανάγκες της ταινίας του Νίκου Καλογερόπουλου Οι Ιππείς της Πύλου, του 2011. Οι ευρηματικοί στίχοι και η ταιριαστή μουσική είναι του ηθοποιού και σκηνοθέτη. Ο προικισμένος και ανατρεπτικός Καλογερόπουλος «παίζει» με τον μύθο, τις αλήθειες, τη στάση ζωής και τον τρόπο έκφρασης του Γιώργη Καραϊσκάκη δημιουργώντας ένα απολαυστικό τραγούδι.
Πες τους ρε φίλε Πανουργιά,
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά,
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.
Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό,
είναι τ’ αρχίδια μου τα δυο.
Όπως σ’ τα λέω να τους τα γράψεις,
όπως σ’ τα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.
* Ο ερευνητής της δημοτικής μας παράδοσης Γιώργος Μελίκης λέει για το βιβλίο του Αντρικά Μουνάτα:
λίγο μέσα να μπούμι.
»Εκπληρούν κατ’ αρχάς μια ανάγκη παλιότερη απ’ την ντροπή: την ανάγκη του εξευμενισμού της γης για να καρπίσει. Στη λαϊκή, ήδη όμως και από την αρχαία παράδοση, η γη ταυτίζεται με τη γυναίκα. Κι αυτό στα έθιμα είναι σαφές: στον Τύρναβο, ας πούμε, φτιάχνουν κάθε άνοιξη ξύλινα ομοιώματα φαλλών και τα χώνουν στη γη, για να καρπίσουν, λένε, τα αμπέλια. Και άλλοτε, γεμίζουν με κρασί πήλινους φαλλούς και κερνούν όποιον περνάει…
»Ήταν χρέος μου να τα καταγράψω, όπως κατέγραψα όλα τα άλλα δημοτικά τραγούδια μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχουν βρόμικες λέξεις, μόνο βρόμικα μυαλά, γνωστό αυτό. Το ότι είμαι χριστιανή, με τον δικό μου τρόπο –θα μου επιτρέψετε–, δεν σημαίνει ότι πετάω στον Καιάδα τέτοια τραγούδια ασύλληπτης φαντασίας και διονυσιακής εξωστρέφειας. Κάθε άλλο. Έκανα μεγάλο κόπο για να τα μαζέψω και κάθε φορά εντυπωσιαζόμουν με τον πλούτο των εικόνων τους και την έμπνευση του ανώνυμου δημιουργού. Ή, μάλλον, των ανώνυμων δημιουργών, αφού η προφορική παράδοση μεταλλάσσεται μέσα στους αιώνες».
Τα Γαμοτράγουδα της Αποκριάς γεννούν και εμπνέουν συνεχιστές. Σε άλλες εποχές και υπό άλλους ρυθμούς, με τις ίδιες όμως αιτίες και ανάγκες και πάντα ενάντια στα «κατεστημένα» που επιδιώκουν να επιβάλλουν τις θέσεις τους με το στανιό. Ένα σύγχρονο τέτοιο τραγούδι θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυτό που ερμήνευσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου για τις ανάγκες της ταινίας του Νίκου Καλογερόπουλου Οι Ιππείς της Πύλου, του 2011. Οι ευρηματικοί στίχοι και η ταιριαστή μουσική είναι του ηθοποιού και σκηνοθέτη. Ο προικισμένος και ανατρεπτικός Καλογερόπουλος «παίζει» με τον μύθο, τις αλήθειες, τη στάση ζωής και τον τρόπο έκφρασης του Γιώργη Καραϊσκάκη δημιουργώντας ένα απολαυστικό τραγούδι.
Πες τους ρε φίλε Πανουργιά,
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά,
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.
Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό,
είναι τ’ αρχίδια μου τα δυο.
Όπως σ’ τα λέω να τους τα γράψεις,
όπως σ’ τα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.
* Ο ερευνητής της δημοτικής μας παράδοσης Γιώργος Μελίκης λέει για το βιβλίο του Αντρικά Μουνάτα:
«Εκτιμώ ότι μέσα από τρεις τόμους και το σύνολο 1.500 περίπου σελίδων θα μπορέσω να καταθέσω ένα μέρος της πολύχρονης καταγραφικής μου έρευνας και κυρίως ένα δείγμα του ανεξάντλητου υλικού της ζωντανότερης λαϊκής έκφρασης και δημιουργίας, η οποία έχει το σχήμα του φαλλού και του εφηβαίου, το χρώμα της ήβης, το ύφος του ονείρου, το πλάτος της φαντασίας, το βάθος της ψυχής, την ηλικία του Διόνυσου και τη μαστοριά του Ομήρου.
Ο κάθε τόμος περιέχει CD με επιλογές από αντιπροσωπευτικά γαμοτράγουδα».
**Επιφωνήματα που χρησιμοποιούνται για καλύτερη ισομετρία, καθώς και για να τονίσουν το σκωπτικό στοιχείο των τραγουδιών.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 242.
**Επιφωνήματα που χρησιμοποιούνται για καλύτερη ισομετρία, καθώς και για να τονίσουν το σκωπτικό στοιχείο των τραγουδιών.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 242.
Κώστας Μπαλαχούτης, συγγραφέας – μουσικός ερευνητής
