16.2.26

ΚΑΤΕΡΙΝΗ: Η ομιλία του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου στην παρουσίαση του βιβλίου Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ του ζωγράφου Γιώργου Τζιόκα στη γενέτειρά του -ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026 πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στην Εκάβη η παρουσίαση του βιβλίου «Η σιωπή των Σταθμών» του συμπατριώτη μας κ. Γιώργου Τζιόκα, σε μια ιδιαίτερα ζεστή και συγκινητική εκδήλωση.
Για το βιβλίο μίλησαν ο συγγραφέας–ποιητής κ. Θεοχάρης Μπικηρόπουλος και η πρόεδρος των Εικαστικών κ. Τάνια Μήλιου, οι οποίοι, ο καθένας με την ιδιότητά του, παρουσίασε με μεγάλο ενδιαφέρον το έργο. Αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε ο κ. Θανάσης Μαργαρίτης, αποδίδοντάς τα, με τον δικό του ξεχωριστό και εκφραστικό τρόπο. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η συζήτηση με το κοινό, που ακολούθησε, καθώς έγιναν αναφορές σε προσωπικά βιώματα και κοινές εμπειρίες με τον συγγραφέα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μνήμης και βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης.
Η χορωδία της Μορφωτικής Ένωσης Καταφυγιωτών ερμήνευσε τραγούδια του Μάνου Χατζηδάκι, υπό τη διεύθυνση της κ. Δέσποινα Τσιότσιου. Η συμμετοχή της είχε ιδιαίτερο συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ανέδειξε την κοινή καταγωγή και ρίζες των μελών της με τον συγγραφέα .
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους εκπρόσωποι των βουλευτών κ. Φώντα Μπαραλιάκου και κ. Σπύρου Κουλκουδίνα, ο κ. Γιάννης Τζέλας πρόεδρος της Κοινότητας Καταφυγίου, καθώς και εκπρόσωποι Πολιτιστικών Συλλόγων της Πιερίας.

Ευχαριστούμε θερμά την Αντιπεριφέρεια Πιερίας και την Αντιπεριφερειάρχη κ. Σοφία Μαυρίδου για την συνδιοργάνωση της εκδήλωσης και την συνεχή της στήριξη προς τον Σύλλογό μας, καθώς και τον Δήμο Κατερίνης για την παραχώρηση της αίθουσας. Θερμές ευχαριστίες στην κ. Μαρία Βούλγαρη που επιμελήθηκε με πολύ φροντίδα κι αγάπη την παρουσίαση βιβλίου, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτυχία της συγκεκριμένης εκδήλωσης.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι η κ. Τάνια Μήλιου απένειμε τιμητική πλακέτα στον συγγραφέα από τον Σύλλογο Εικαστικών Πιερίας , ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του στον πολιτισμό.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την υπογραφή βιβλίων από τον συγγραφέα, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να του μιλήσει προσωπικά και να κρατήσει αναμνηστικά αντίτυπα του έργου του.
Η βιντεοτεχνική κάλυψη της βραδιάς ήταν της Μαρίας Ειρήνης Τζήκα.

Εκ του Δ.Σ της Μ.Ε.Κ
Η πρόεδρος Αθανασία Καούρη



Ολόκληρη η ομιλία του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου

"Αγαπητέ καλλιτέχνη, Γιώργο Τζιόκα, καλωσήρθες στην πόλη σου!
Κυρίες και κύριοι, 
εκλεκτοί παρευρισκόμενοι, είναι εξαιρετική τιμή και μεγάλη η χαρά μου να συμμετέχω στην παρουσίαση του αυτοβιογραφικού βιβλίου του σπουδαίου και αγαπημένου ζωγράφου μας Γιώργου Τζιόκα.
Τον γνωρίζω από την έκθεση του στην ΕΚΑΒΗ τον Ιανουάριο του 1976, όταν μας πήγανε με το σχολείο μας, το 3ο δημοτικό και μου είχε κανει μεγάλη εντύπωση που γνωρίσαμε τον ζωγράφο των έργων που είδαμε…!  
Επισκέφθηκα όλες τις εκθέσεις του στην Κατερίνη:
Το 1991 στο Χατζόγλειο, το 2009 στην Εστία Πιερίων Μουσών, το 2016 στην Αστική Σχολή και το 2023 την αναδρομική έκθεση για τα 50 χρόνια Ζωγραφικής του πορείας τιμής ένεκεν από τον δήμο Κατερίνης, στην Αστική Σχολή και πάλι.
Παρακολουθώ τον ζωγράφο Τζιόκα όπως καταλαβαίνετε 3 δεκαετίες και πλέον, αλλά απόψε είμαστε εδώ με τον Γιώργο Τζιόκα, ως συγγραφέα.  
…φίλες και φίλοι
Υπάρχουν βιβλία που περιμένουν να τα γράψεις, όταν ωριμάσουν. Δεν υπακούουν στον γραμμικό χρόνο της αφήγησης, αλλά στον εσωτερικό χρόνο της μνήμης και της εμπειρίας.
Η Σιωπή των Σταθμών του Γιώργου Τζιόκα είναι ένα έργο που μοιάζει να έχει συγκροτηθεί αργά, μέσα από δεκαετίες ζωής, δημιουργίας, μετακινήσεων και στοχασμού, σαν ένα αρχείο βιωμάτων που αποφάσισε, την κατάλληλη στιγμή, να μετασχηματιστεί σε λόγο.

Γνωρίζοντας τον δημιουργό εδώ και χρόνια, η ανάγνωση του βιβλίου δεν λειτούργησε για μένα ως απλή προσέγγιση ενός ακόμη αφηγήματος, αλλά ως πρόσκληση σε έναν διάλογο.
Έναν διάλογο που γεννήθηκε από τον σεβασμό και τον θαυμασμό προς τον ζωγράφο, αλλά κυρίως από την ανάγκη να κατανοηθεί η εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έμαθε να σκέφτεται τον κόσμο πρωτίστως μέσα από την εικόνα.
   

Η «Σιωπή των Σταθμών» του Γιώργου Τζιόκα συνιστά ένα ιδιαίτερο αυτοβιογραφικό αφήγημα, το οποίο τοποθετείται στο μεταίχμιο, μεταξύ προσωπικής μνήμης, καλλιτεχνικής αναστοχαστικής γραφής και πολιτισμικής μαρτυρίας.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν περιορίζεται στην καταγραφή γεγονότων. Αναπτύσσεται ως σύνθεση εμπειριών, εικόνων και νοητικών σταθμών, που διαμορφώνουν σταδιακά την ταυτότητα του δημιουργού.
Η ανάγνωση του βιβλίου αναδεικνύει εξαρχής τη συνειδητή επιλογή του συγγραφέα να αποφύγει τον παραδοσιακό αυτοβιογραφικό λόγο.

Ο Γιώργος Τζιόκας, υιοθετεί μια αφηγηματική στρατηγική που βασίζεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη μνήμη και το φαντασιακό, χωρίς ωστόσο να διολισθαίνει στη μυθοπλασία. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κινηθεί σε έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου η βιωμένη εμπειρία και η καλλιτεχνική αναπαράσταση συνυπάρχουν και αλληλοφωτίζονται.

Διαβάζοντας το βιβλίο, εύκολα διαπιστώνουμε ότι η Κατερίνη, βρίσκεται στο επίκεντρο. Για να ακριβολογώ, στο κέντρο του κόσμου. Από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία, με ονόματα και διευθύνσεις, στις γνώριμες γειτονιές, στους χωματόδρομους που περπάτησε και διαβαίνουμε κι εμείς σήμερα στο ασφαλτοστρωμένο παρών.
Γράφει: 
«Μυρωδιές από τις νοικοκυρές που άναβαν τους φούρνους για να ψήσουν πίτες και ψωμιά, η εκκλησία, το σχολείο, η γειτονιά που γέμιζε παιδιά και φωνές» και μας δημιουργεί εικόνες, σαν πίνακες ζωγραφικής, ή σαν σκηνικό ταινίας, με την νοσταλγία διάχυτη από σελίδα σε σελίδα.
Η Κατερίνη είναι η μήτρα της ζωής, εκεί όπου γεννιούνταν οι ιδέες, οι σκέψεις, τα όνειρα και αποτελεί την αφετηρία για το ταξίδι και πάντα αυτή η μήτρα, τον περιμένει, ευπρόσδεκτο σε κάθε επιστροφή. Στο πατρικό, στην οικογένεια, στους συγγενείς, στους φίλους, στις αναμνήσεις. Η νοσταλγία τον οδηγεί πάντα στις ρίζες. Στην πόλη μας. Στην πόλη του. Στη γειτονιά του, στο πατρικό του. Στα Καταφυγιώτικα…

Όπως λέει ο ίδιος «ένα ταξίδι είναι η ζωή μας, με αναμονές, στάσεις, σταθμούς, λιμάνια, με τελικό προορισμό». Από τις ρίζες στο Καταφύγι που κατέστρεψαν οι Γερμανοί, ως το Καταφύγι στα δυτικά της Κατερίνης, στο πανηγύρι, στον «γύρο του Θανάτου», στο ποτάμι… Η φτώχια, οι μικρές χαρές, η ανεμελιά, τα γράμματα, το γυμνάσιο, τα πρώτα σκιρτήματα, ο στρατός. Το ταξίδι της ζωής του….

Προσδιορίζει τον χρόνο, την πορεία της ζωής του, αναφέροντας στην αφήγηση, πρωθυπουργούς, γεγονότα, πολέμους, ταινίες, αστέρες του κινηματογράφου και της μουσικής στο παγκόσμιο στερέωμα αλλά και όσων πρωταγωνιστούσαν στην Ελλάδα.
Ωραίος τρόπος, να παρουσιάζεις τη ζωή μέσα από το γίγνεσθαι, τα βιώματα και τα γεγονότα. Με όλες τις προσλαμβάνουσες, θαρρείς πως μπαίνεις στη μηχανή του χρόνου και θυμάσαι ή μαθαίνεις την δική του ιστορία και την ιστορία του κόσμου.
Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει ο ΣΤΑΘΜΟΣ ως βασικό εννοιολογικό και συμβολικό εργαλείο.
Ο σταθμός δεν νοείται απλώς ως τόπος μετάβασης, αλλά ως χρονική και υπαρξιακή τομή.
Αποτελεί σημείο παύσης, απολογισμού και αναστοχασμού, αλλά ταυτόχρονα και αφετηρία νέας πορείας.
Το υποκείμενο της αφήγησης συγκροτείται σταδιακά και αναδυκνύεται ο καλλιτέχνης μέσα από τα βήματα στη ζωγραφική, η οποία παρουσιάζεται όχι ως τεχνική δεξιότητα, αλλά ως αισθητηριακό και γνωσιακό μέσο.

Από τον πρώτο του πίνακα ζωγραφικής, πάνω σε ένα κομμάτι κόντρα πλακέ με λαδομπογιές για τα κάγκελα, που έκαναν ένα μήνα να στεγνώσουν, με τον Νταλί, τον Βαν Γκογκ και τον Μοντιλιάνι στο μυαλό, η ζωγραφική λειτουργεί ως τρόπος ή μηχανισμός κατανόησης της πραγματικότητας και ως πεδίο διαμόρφωσης της ταυτότητας. Η πορεία αυτή περιλαμβάνει αναπόφευκτα τόσο την εμπειρία της αναγνώρισης όσο και τη δοκιμασία της εξέλιξης, στοιχεία που συμβάλλουν στην ουσιαστική ωρίμανση του δημιουργού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο το βιβλίο πραγματεύεται την έννοια της μνήμης.
Η παιδική ηλικία αναδεικνύεται ως καθοριστικό στάδιο, όπου η βιωματική εμπειρία και η φαντασία συνυπάρχουν χωρίς σαφή διαχωρισμό. Σε ένα κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο όπου η καθημερινότητα χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και υλικότητα, η επαφή με τα βιβλία και τον λόγο λειτούργησε ως διέξοδος προς έναν εσωτερικό κόσμο. Αυτός ο κόσμος δεν παρουσιάζεται ως αντίθετος προς την πραγματικότητα, αλλά ως παράλληλη μνημονική δομή, η οποία ενσωματώνεται οργανικά στη συνολική αφήγηση.
Αυτό που κάνει ξεχωριστή την αφήγηση, είναι ότι μέσα από τις περιγραφές της ζωής, σημαντικά γεγονότα στην κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική ζωή τόσο στην Ελλάδα όσο και στον κόσμο, δε δίνουν μόνο την γενικότερη εικόνα της –κάθε- εποχής αλλά πως, ο Γιώργος Τζιόκας ως πολίτης του κόσμου πορεύεται με ανοιχτές κεραίες, παρακολουθεί, παρατηρεί, ζει τις δεκαετίες της ζωής δεχόμενος όλα τα ερεθίσματα και τις εμπνεύσεις, για να δημιουργεί.

Στο βιβλίο του Τζιόκα, όπως προανέφερα, οι σταθμοί δεν είναι μόνο γεωγραφικοί· είναι υπαρξιακοί, καλλιτεχνικοί, μνημονικοί, σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο.
Οι αναφορές στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, στην καλλιτεχνική άνθηση της δεκαετίας του ’70, καθώς και στην Αθήνα των επόμενων δεκαετιών, προσδίδουν στο έργο χαρακτήρα πολιτισμικής μαρτυρίας.
Οι προσωπικές του αφηγήσεις λειτουργούν ως μικροϊστορικές ενδείξεις ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Ζούμε τη νεώτερη ιστορία της Κατερίνης, της Ελλάδας μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι παράλληλα με την πολιτιστική εικόνα του κόσμου: Η Αλίκη Βουγιουκλάκη η Σοφία Λόρεν, η Χούντα και η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ.
Η επιστροφή Καραμανλή, η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τα πιο σημαντικά γεγονότα –σταθμοί ως τα σήμερα, ‘0λα προσδιορίζουν χρονικά τους σταθμούς, της νεώτερης πορείας της χώρας.

Αυτή η αφήγηση με τα γεγονότα γύρω του, μας δίνει το στίγμα της εποχής σε κάθε σταθμό, που για τον Γιώργο Τζιόκα, -εκ του αποτελέσματος - είναι "σκαλοπάτι -σκαλοπάτι" προς την κορυφή…
Και πάντα στην πορεία της ζωής του «η ποίηση ήταν το λιμάνι του». 
Σ΄ αυτό το λιμάνι, ζωγράφιζε.
 Αυτό το λιμάνι το ζωγράφισε.
Σ΄ αυτό το λιμάνι, έμαθε να διαβάζει τα πράγματα και τα γεγονότα από την πίσω πλευρά, την αθέατη.

Ενηλικιώνεται έτσι μέσα από τη ζωγραφική, όχι ως τεχνική δεξιότητα, αλλά ως αίσθηση, ως εσωτερική ανάγκη που προηγείται της μορφής.
Η ζωγραφική λειτουργεί ως φίλτρο κατανόησης του κόσμου, ως όχημα ταξιδιού και ως μέσο συγκρότησης της ταυτότητας. Μέσα από αυτήν, ο δημιουργός βιώνει τη χαρά και τη ματαίωση, τη φιλία και τη σύγκρουση, τον έρωτα και τη μοναξιά, την ελευθερία, την επιτυχία και την απόσταση που απαιτεί η ουσιαστική ωρίμανση.
Καθοριστική υπήρξε η επίδραση σημαντικών μορφών του ελληνικού πολιτισμού, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Οδυσσέας Ελύτης.
Η μουσική του Χατζιδάκι μετασχηματίζεται σε εικαστικό υλικό, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα διακαλλιτεχνικής μετάφρασης από τον ήχο στην εικόνα.
Αντίστοιχα, το Άξιον Εστί του Ελύτη λειτουργεί ως ποιητικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, το οποίο διευρύνει τα όρια της εικαστικής αναπαράστασης. Η προσωπική συνάντηση του Τζιόκα με τον ποιητή και η αποδοχή της εικαστικής του ανάγνωσης αποτελούν κομβικό σημείο αυτοεπιβεβαίωσης στην καλλιτεχνική του πορεία.

Από τεχνοτροπική άποψη, ο δημιουργός επισημαίνει τη σημασία της αυτοματοποιημένης κίνησης του χεριού ως βασικού εργαλείου της ζωγραφικής πράξης, υπογραμμίζοντας ότι η ελευθερία της σύγχρονης τέχνης δεν αναιρεί την αναγκαιότητα του σχεδίου και της δομής. Πέρασαν πολλά χρόνια ώστε να ΄ρθει η στιγμή που θα πει ότι: η αθέατη πλευρά είναι αυτή που τον εκφράζει, η απουσία χαρακτηριστικών, με χροιά οικουμενικότητας. Αυτά που χαρακτηρίζουν τη δουλειά του. Είναι αυτά που δίνουν «ταυτότητα» στη ζωγραφική του: την αναγνώριση της δικής του τεχνοτροπίας.

Η αφαίρεση χαρακτηριστικών του προσώπου, η κλίση του κεφαλιού και η λιτότητα των χρωμάτων, αποτελούσαν την απόλυτη ζωγραφική του ταυτότητα, μέσα από τη συνυπαρξιακή αναγκαιότητα με το άλλο φύλο.
Η ζωγραφική παρουσιάζεται ως σύνθεση ενστίκτου και συνειδητής επιλογής, στοιχείο που διαπερνά τόσο το εικαστικό όσο και το αφηγηματικό του έργο.
Αφήνουμε τον ζωγράφο Τζιόκα και επιστρέφουμε στο βιβλίο:
Η Σιωπή των Σταθμών αποτελεί ένα έργο που γεφυρώνει την εικαστική δημιουργία με τον λόγο, προσφέροντας μια ώριμη, αναστοχαστική αφήγηση ζωής.
Απευθύνεται τόσο σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη, όσο και σε όσους αναζητούν αυτοβιογραφικά κείμενα με θεωρητικό και πολιτισμικό βάθος.Το βιβλίο, αναδεικνύει τη διαδρομή όχι ως άθροισμα επιτευγμάτων, αλλά ως διαδικασία νοηματοδότησης της εμπειρίας- μια διαδικασία που παραμένει ανοιχτή στην ερμηνεία και τη συμμετοχή του αναγνώστη.
Ο λόγος δεν επιδιώκει τη ρητορική επίδειξη, αλλά τη διαύγεια, την αποκάλυψη, με τολμηρή διακριτική ειλικρίνεια. Πρόκειται για μια αφήγηση που προσεγγίζει τον αναγνώστη με την ησυχία μιας εξομολόγησης, σαν μια συνομιλία που ξεκινά από το ατελιέ του ζωγράφου και καταλήγει σε έναν στοχασμό πάνω στο νόημα της διαδρομής ως αναγκαίας συνθήκης ζωής.

Σημειώνω δυο ακόμη λεπτομέρειες που δεν περνάνε απαρατήρητες: 
τη συναναστροφή πάντα με τους καλύτερους και τη συναναστροφή με ξεχωριστές γυναίκες.

Καφέ με τη Liza Minnelli στον Διόνυσο, καφέ στην βίλα του Παβαρότι, οι συναντήσεις με τον Ελύτη, τον Μάνο Χατζηδάκη, τον Γκάτσο, τον Κούρκουλο, τον Βορρέ, τη Ρίκα Διαλυνά, τους Άραβες πρίγκιπες και τους Έλληνες  Εφοπλιστές. 
Βασικό σημείο αναφοράς η "παρέα" που άφησε το στίγμα της στα πολιτιστικά στην Ελλάδα.(δεκαετίες [΄60, ΄70).
Αλλά και άλλες συναντήσεις που έμειναν να είναι μοιραίες και συγκλονιστικές: 
ήταν από τους τελευταίους ανθρώπους που μίλησαν με τον Αλέξανδρο Ωνάση λίγες ώρες πριν το θάνατό του. 
Η παρέα με τον περιβόητο «Κώστα» αρχηγό της 17Ν που όλοι μαζί στη γειτονιά, κάνανε παρέα και έμεινε ενεός όταν είδε τη σύλληψή του στην τηλεόραση: «κανείς από την παρέα δεν κατάλαβε τίποτα…» γράφει !

Ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του Γιώργου Τζιόκα αποτελούν οι γυναίκες.
Το εξομολογείται με πολύ σεβασμό και νοσταλγία. Τις οφείλει πολλά μα κυρίως την έμπνευσή του. 
Συχνές οι αναφορές.
 Οι γυναίκες, τον γεμίζουν ενέργεια, τον θαυμάζουν, τον στηρίζουν, τον απογειώνουν, τον προβληματίζουν με την παρουσία τους. 
Τον επηρεάζει κάθε μια με το δικό της τρόπο, κι όλες έχουν θέση σα να είναι «γυναίκες της πρώτης θέσης» στο ταξίδι της ζωής και της δημιουργίας:
η γυναίκα μάνα, η γυναίκα φίλη, αδερφή, ερωμένη, η γυναίκα συνοδοιπόρος, με όποια ιδιότητα κι αν τη συνάντησε πάντα -δηλώνει- η γυναίκα είχε κάτι να του δώσει. Γιατί είναι αυτή που κυοφορεί τη ζωή, που δημιουργεί τη ζωή…

Στις ζωγραφικές θεματικές του με πρωταγωνίστριες τις γυναίκες, η απουσία χαρακτηριστικών, μοιάζει να γίνεται σκόπιμα σα να θέλει «όλα να τις θυμίζουν» για να μείνει η νοσταλγία και η ανάμνηση, αδιόρατα, μακριά από τα ονόματα, μακριά από τα προσωπικά χαρακτηριστικά, αλλά σαν αέναες φιγούρες, να μεταμορφώνονται σε ξωτικά, σε μούσες, είτε φοράνε λευκά, είτε φοράνε μαύρα, είτε κόκκινα…
Με όλες τις θηλυκές παρουσίες γύρω του ή στην ζωή του, απολάμβανε την ανεξαρτησία του, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του και της ζωγραφικής του.
Ολοκληρώνοντας την ομιλία μου, πρέπει να αναφερθώ στην κοινή μας φίλη Γιώτα Τσερτικίδου, που μέσα από την πομπώδη ποίησή της, μια ποίηση που πηγάζει από τα βάθη της ψυχής της, με λόγο καθαρό και εικόνες πέρα από το ορατό, στάθηκε αφορμή να κερδίσει από τον Γ. Τζιόκα, μια θέση ανάμεσα στις γυναίκες, ως «Κόρη»…

Με αυτό το βιβλίο, βγαίνουν από το κάδρο οι πίνακες, οι ζωγραφιές, του Γιώργου Τζιόκα και μπαίνει ο ίδιος μέσα σε αυτό.
Η ζωή, η πορεία, οι εμπνεύσεις, η δημιουργία: «ελεύθερος από συμβάσεις, συμβιβασμούς και δεσμεύσεις, ζωγράφισε κάθε φορά αυτό που ένοιωσε μέσα του, έτσι όπως το ένοιωσε, ώστε να είναι αυτό η συνέχεια του εαυτού του και αυτό να είναι πάλι αυτός».

Ο καθένας–λέει ο Γιώργος Τζιόκας - μπορεί να γράψει μια ιστορία, τη δική του ιστορία. Αρκεί να βρεθεί κάποιος να τη διαβάσει.
Κι αυτή η ιστορία, η «Σιωπή των σταθμών» πρέπει να διαβαστεί από πολλούς. Γιατί μέσα σε 290 σελίδες, «ξαναζεί» ή μαθαίνει για την Ελλάδα και την Κατερίνη τόσο γλαφυρά, που νοιώθεις την ανάγκη της παρέας, με λίγο κρασί και σπιτικούς μεζέδες «Καταφυγιώτικους» και "διηγώντας τα να κλαις", να νοσταλγείς, να χαίρεσαι, να χαμογελάς. 
Σ΄αυτή την παρέα ο Γιώργος Τζιόκας σερβίρει εικόνες και μνήμες για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι.

Αγαπημένε, φίλε Γιώργο,
ελπίζω κάποια στιγμή
να ζωγραφίσεις ένα ποίημά μου
και ας μην πάρω το νόμπελ !!!

Καλοτάξιδο το βιβλίο σου, μέχρι τον επόμενο σταθμό…

ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ από την εκδήλωση:
ΜΑΡΙΑ ΤΖΗΚΑ 
Μ. ΒΟΥΛΓΑΡΗ
OlymposVoice