Το δάσος είναι Ναός. Την ιερότητά του την αισθανόμαστε στα δέντρα στις πόες και τα βρύα που συγκατοικούν μαζί τους και στο φως που διαπερνά τις φυλλωσιές τους , δημιουργώντας χρυσές κολώνες που τον στηρίζουν. Όταν βρίσκεσαι μέσα στη βαθειά σιωπή του δάσους νιώθεις μια ακίνητη παρουσία στον αυχένα σου κι αρχίζεις να ακούς την ίδια σου την ανάσα. Μη φοβηθείς είναι ο «Αγγελος του Δάσους».
Στην καρδιά αυτού του βασιλείου, ο χρόνος χάνει τη γραμμική του ορμή και γίνεται κύκλος. Όπως μας θυμίζει ο Μπωντλέρ στις Ανταποκρίσεις του, «Η Φύση είναι ένας ναός όπου ζωντανοί πυλώνες αφήνουν κάπου-κάπου να βγουν λόγια μπερδεμένα». Η φωτεινή μορφή που αναδύεται ανάμεσα στα δέντρα είναι ο «λόγος» αυτού του ναού. Είναι το Lichtung του Χαϊντεγκερ , εκείνο το «ξέφωτο» της αλήθειας όπου το ον αποκαλύπτεται στην πιο καθαρή του μορφή.
Παρατηρώντας αυτή τη μορφή , βλέπουμε την πραγμάτωση της πανθεϊστικής ιδέας του Σπινόζα : Deus sive Natura (Θεός ή Φύση). Το θείο δεν βρίσκεται στους απόμακρους ουρανούς, αλλά στην υγρασία των βρύων και στην κάθετη επιμονή των κορμών των δέντρων . Ο Άγγελος είναι η συνείδηση του δάσους, μια φωτεινή αντήχηση που μας ψιθυρίζει πως τίποτα δεν χάνεται, όλα μεταμορφώνονται. Είναι το «ακίνητο κέντρο ενός κόσμου που περιστρέφεται», όπως θα έλεγε ο T.S. Eliot.
Όμως, το δάσος έχει δύο πρόσωπα. Καθώς το βλέμμα συνηθίζει στη λάμψη, η γαλήνη δίνει τη θέση της σε κάτι πιο αρχέγονο και ανησυχητικό. Ο Άγγελος παύει να είναι μια υπόσχεση σωτηρίας και αποκαλύπτεται ως ένας Genius Loci (το Πνεύμα του Τόπου) στην πιο χθόνια μορφή του. Αυτό το φως δεν είναι απαραίτητα θεϊκό, μπορεί να είναι η φλόγα που παραπλανά τον οδοιπόρο στον λαβύρινθο της άγριας βλάστησης.
Εδώ, η σιωπή μετατρέπεται σε «Πανική» σιωπή. Είναι η βαριά, ηλεκτρισμένη ακινησία του λυκόφωτος, όπου ο θεός Πάνας παραμονεύει στις σκιές. Ο Άγγελος θυμίζει τώρα τους αγγέλους του Rainer Maria Rilke στις Ελεγείες του Ντουίνο: οντότητες «τρομερές» μέσα στην απόλυτη ομορφιά τους, γιατί μας αναγκάζουν να αντικρίσουμε τη δική μας περατότητα.«Κάθε άγγελος είναι τρομερός», έγραφε ο Ρίλκε.
Σε αυτή τη μυθική διάσταση, ο επισκέπτης δεν είναι πλέον ένας στοχαστής, αλλά ένας εισβολέας. Η φωτεινή μορφή στέκεται ως φρουρός που απαιτεί μια θυσία: την εγκατάλειψη της ανθρώπινης λογικής και την υποταγή στον αιώνιο, αμείλικτο κύκλο της γέννησης και της αποσύνθεσης.
Στο«Walden ή η ζωή στο δάσος» (Εκδ.Κέδρος,2007), , ένα από τα εμβληματικά έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας, ο αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Χένρι Νταβίντ Θορώ περιγράφει τις εμπειρίες του από τα δύο χρόνια της παραμονής του σε μια καλύβα που ο ίδιος έχτισε, στις όχθες της λίμνης Ουόλντεν, κοντά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Ο πρωτεργάτης για πολλούς των σύγχρονων οικολογικών κινημάτων Θορώ με μότο τη φράση "να ξεκινήσουμε για την περιπέτεια της ζωής τώρα" ανακαλύπτει τη δύναμη της επαφής με τη Φύση και πρεσβεύει έναν εναλλακτικό, πιο λιτό και αντισυμβατικό τρόπο ζωής, σε σχέση με το πνεύμα εκβιομηχάνισης της εποχής του. Το δάσος λειτουργεί τελικά ως ένας χώρος «εσωτερικής μετανάστευσης». Όπως ο Thoreau στο Walden, αναζητούμε ανάμεσα στα δέντρα την «ουσία της ζωής», το σημείο όπου το "φαίνεσθαι" υποχωρεί μπροστά στο "είναι". Ο Άγγελος δεν έχει πρόσωπο, γιατί το πρόσωπό του είναι το δικό μας, όταν τελικά καταφέρνουμε να αποβάλουμε τις κοινωνικές μας προσωπευτικές μάσκες.
Στο τέλος της διαδρομής, ο Άγγελος του Δάσους δεν μας δίνει απαντήσεις. Μας δίνει την ικανότητα να αντέχουμε τις ερωτήσεις. Φεύγοντας, παίρνουμε μαζί μας λίγη από την «πράσινη ευλογία» του ,μια υπόσχεση πως όσο υπάρχει το δάσος, θα υπάρχει πάντα ένα καταφύγιο για το άπιαστο. Είναι, εν τέλει, αυτό που ο Οδυσσέας Ελύτης περιέγραφε ως μια «δεύτερη φύση» που αναδύεται μέσα από την πρώτη: μια δικαιοσύνη του φωτός που λάμπει ακόμα και στις πιο βαθιές σκιές της ψυχής μας.
Στο τέλος της διαδρομής, ο Άγγελος του Δάσους δεν μας δίνει απαντήσεις. Μας δίνει την ικανότητα να αντέχουμε τις ερωτήσεις. Φεύγοντας, παίρνουμε μαζί μας λίγη από την «πράσινη ευλογία» του ,μια υπόσχεση πως όσο υπάρχει το δάσος, θα υπάρχει πάντα ένα καταφύγιο για το άπιαστο. Είναι, εν τέλει, αυτό που ο Οδυσσέας Ελύτης περιέγραφε ως μια «δεύτερη φύση» που αναδύεται μέσα από την πρώτη: μια δικαιοσύνη του φωτός που λάμπει ακόμα και στις πιο βαθιές σκιές της ψυχής μας.
.jpg)
