27.1.26

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ. Του Σταμάτη Παγανόπουλου

A piece of my art :"Existential Isolation" (Μολύβι,κάρβουνο,50χ70) 

Ο Ίρβιν Γιάλομ Αμερικανός ψυχίατρος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford ,είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας, με κεντρικές έννοιες την ελευθερία, τη θνητότητα, την υπαρξιακή απομόνωση και το νόημα της ζωής.Είναι γνωστός τόσο για το επιστημονικό όσο και για το λογοτεχνικό του έργο. Η συμβολή του στη θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και η ικανότητά του να μετατρέπει την ψυχοθεραπευτική εμπειρία σε αφήγηση τον έχουν καταστήσει παγκόσμιο σημείο αναφοράς.Είναι επίσης συγγραφέας δημοφιλών λογοτεχνικών έργων με ψυχοθεραπευτικό πυρήνα, όπως Όταν έκλαψε ο Νίτσε, Η θεραπεία του Σοπενάουερ, Ο δήμιος του έρωτα κ.ά.Το έργο του συνδυάζει επιστημονική γνώση, φιλοσοφία και αφήγηση, καθιστώντας την ψυχοθεραπεία προσιτή και βαθιά ανθρώπινη.
Ειδικότερα ,η υπαρξιακή απομόνωση στον Γιάλομ είναι ο πυρήνας της ανθρώπινης μοναξιάς που δεν αίρεται, μόνο αναγνωρίζεται και μετασχηματίζεται.Η έννοια αυτή είναι θεμελιώδης στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και διαφέρει ριζικά από τη μοναξιά ή την κοινωνική απομόνωση. Πρόκειται για το βαθύτερο υπαρξιακό χάσμα ανάμεσα «σε εμένα και τον Άλλον» , ένα χάσμα που, κατά τον Γιάλομ, δεν γεφυρώνεται ποτέ πλήρως.
Η υπαρξιακή απομόνωση (existential isolation) είναι η ανυπέρβλητη μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας: κανείς δεν μπορεί να ζήσει, να νιώσει ή να πεθάνει στη θέση μας.Δεν αφορά την έλλειψη σχέσεων, αφορά το ότι καμία σχέση, όσο βαθιά κι αν είναι, δεν μπορεί να καταργήσει την απόλυτη ετερότητα.
Ο Γιάλομ στο έργο του «Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεια»(Εκδ.Αγρα,2010) -στο όγδοο κεφάλαιο- την αναλύει εκτενώς και διακρίνει τρία επίπεδα απομόνωσης:Τη διαπροσωπική (μοναξιά στις σχέσεις,την ενδοπροσωπική (απομάκρυνση από τον εαυτό) και την υπαρξιακή ( το βαθύ, αξεπέραστο χάσμα ανάμεσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη).Η τρίτη είναι η πιο θεμελιώδης:κανείς δεν μπορεί να ζήσει ή να πεθάνει για εμάς.
Η υπαρξιακή απομόνωση λειτουργεί ψυχικά με διάφορους τρόπους :γεννά άγχος,αλλά και ανάγκη για σύνδεση,οδηγεί σε σχέσεις που συχνά είναι προσπάθειες να αποφύγουμε το χάσμα,μπορεί να γίνει πηγή δημιουργικότητας.
Παράλληλα δημιουργεί τεράστιο δραματουργικό πεδίο:Διαλόγους όπου οι χαρακτήρες μιλούν αλλά δεν συναντιούνται,σκηνές όπου η σιωπή λέει περισσότερα από τις λέξεις,σχέσεις που λειτουργούν ως καθρέφτες της απομόνωσης.Η απομόνωση είναι η σκηνή όπου ο άνθρωπος συναντά τον εαυτό του.
Η υπαρξιακή απομόνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική ,γιατί-κατά τον Γιάλομ- υπονομεύει το νόημα της ζωής και τη συνοχή του κόσμου μας,συνδέεται με άγχος, κατάθλιψη, υπαρξιακή αβεβαιότητα,ενισχύει την αίσθηση ότι «κανείς δεν με καταλαβαίνει πραγματικά»,μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να αμφισβητεί τις πεποιθήσεις του, επειδή δεν βρίσκει κοινωνική επιβεβαίωση.
Ο Γιάλομ θεωρεί ότι η υπαρξιακή απομόνωση είναι αναπόφευκτη, αλλά η άρνησή της οδηγεί σε ψυχοπαθολογία.Eπισημαίνει ,μάλιστα,ότι γίνεται ανυπόφορη όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να την αποφύγει.Η λύση δεν είναι η κατάργηση του χάσματος, αλλά η στροφή προς τον Άλλον με επίγνωση του χάσματος.Η σχέση δεν καταργεί την απομόνωση,την φωτίζει.Άτομα που συχνά τη νιώθουν έντονα:αισθάνονται ότι οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν πραγματικά τη δική τους οπτική,αμφισβητούν τις πεποιθήσεις τους επειδή λείπει η κοινωνική επιβεβαίωση,βιώνουν μειωμένη αίσθηση νοήματος και αυξημένο άγχος ή υπαρξιακή αβεβαιότητα.Ερευνητικά, η υπαρξιακή απομόνωση συνδέεται με:μειωμένη ευεξία και σκοπό ζωής,αυξημένο άγχος, κατάθλιψη θνησιμότητα-σχετιζόμενες ανησυχίες,μεγαλύτερη πιθανότητα για αυτοκτονικό ιδεασμό και δυσκολία στη θεραπευτική σχέση.
Ας χαράξουμε μια καθαρή, πυκνή και υπαρξιακά αιχμηρή τετραπλή τομή ανάμεσα σε Γιάλομ και φιλόσοφους που στο έργο τους διερευνάται η υπαρξιακή απομόνωση ,όπως είναι ο Χαϊντεγκερ,ο Σαρτρ και ο Λεβινάς, η σύγκριση είναι συναρπαστική, γιατί οι τέσσερις στοχαστές μιλούν για το ίδιο υπαρξιακό ρήγμα, αλλά το φωτίζουν από εντελώς διαφορετικές οντολογικές και ηθικές γωνίες.
Στον Γιάλομ, η υπαρξιακή απομόνωση εμφανίζεται ως μια θεμελιώδης ανθρώπινη συνθήκη: κανείς δεν μπορεί να ζήσει, να αποφασίσει ή να πεθάνει στη θέση μας. Πρόκειται για μια μοναξιά που δεν αίρεται από τις σχέσεις, αλλά μπορεί να φωτιστεί μέσα από την αυθεντική συνάντηση(σχέση με το θεραπευτή). Η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει στην υπέρβασή της, αλλά στη μεταμόρφωσή της σε δημιουργική δυνατότητα, σε χώρο όπου ο άνθρωπος αναλαμβάνει την ευθύνη της ύπαρξής του και δημιουργεί νόημα.
Ο Χαϊντεγκερ τοποθετεί την απομόνωση σε βαθύτερο, οντολογικό επίπεδο. Το «Dasein»( δηλαδή το ον που βρίσκεται πάντα μέσα στον κόσμο, που κατανοεί το Είναι και για το οποίο το ίδιο του το Είναι είναι ζήτημα )είναι το «εκάστοτε εμόν»(Είναι και Χρόνος,Εκδ.Δωδώνη,2013 ): η ύπαρξη είναι αμεταβίβαστη και ο θάνατος αποκαλύπτει την απόλυτη μοναξιά της. Η καθημερινότητα προσπαθεί να την καλύψει, αλλά η αυθεντικότητα προκύπτει όταν το Dasein αναλαμβάνει τη δική του ύπαρξη. Εδώ η απομόνωση δεν είναι ψυχολογικό βάρος, είναι δομή του Είναι.
Ο Σαρτρ στο έργο του «Το Είναι και το Μηδέν»( Εκδ.Παπαζήση,2008), αντίθετα, βλέπει την απομόνωση μέσα από το πρίσμα της σύγκρουσης των συνειδήσεων. Ο Άλλος με αντικειμενοποιεί με το βλέμμα του, κι εγώ κάνω το ίδιο σε εκείνον. Η σχέση γίνεται αγώνας ελευθεριών, όπου η επιθυμία για αμοιβαιότητα αποτυγχάνει. Η απομόνωση είναι τραγική, όχι επειδή είμαστε μόνοι, αλλά επειδή κάθε προσπάθεια υπέρβασής της.
Ο Γαλλοεβραίος φιλόσοφος ς , γνωστός για το έργο του στον υπαρξισμό, την ηθική, την οντολογία και την ιουδαϊκή φιλοσοφία και θεολογία,Εμμανουέλ Λεβινάς ,μετατοπίζει ριζικά το πλαίσιο(Ηθική και Απειρο,Εκδ.Ινδικτος,2007): η απομόνωση δεν είναι πρόβλημα, αλλά προϋπόθεση της ηθικής. Η συνείδηση είναι χωριστή, αλλά ο Άλλος δεν έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα, έρχεται να το διαρρήξει με την ηθική του απαίτηση. Η σχέση δεν είναι συμμετρία ούτε συγχώνευση, αλλά ασυμμετρία: ο Άλλος προηγείται, και η ευθύνη γεννιέται ακριβώς επειδή είμαστε χωρισμένοι.
Τέσσερις διαφορετικές προοπτικές πάνω στο ίδιο υπαρξιακό ρήγμα, τέσσερις τρόποι να σκεφτούμε τι σημαίνει να είμαστε μόνοι μέσα στον κόσμο και ταυτόχρονα στραμμένοι προς τον Άλλον.
H υπαρξιακή απομόνωση,όμως, δεν είναι απλώς μια φιλοσοφική έννοια, είναι ένας μηχανισμός σκηνικής έντασης, ένας τρόπος να φανεί η ανθρώπινη ύπαρξη «γυμνή», καί αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα στον χώρο του θεάτρου. Το θέατρο διδάσκει στον άνθρωπο να μπαίνει στη θέση του «Άλλου». Βλέποντας χαρακτήρες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, κουλτούρες ή εποχές, ο θεατής διευρύνει τους ορίζοντές του και καταπολεμά τις προκαταλήψεις. Αυτή η συναισθηματική εκπαίδευση είναι ίσως η πιο βαθιά μορφή διδασκαλίας.Τρείς σημαντικοί δραματουργοί : Σάμουελ Μπέκετ, Ζαν Ζενέ και Μπέρτολντ Μπρεχτ ,χρησιμοποιούν την απομόνωση, αλλά ο καθένας της δίνει εντελώς διαφορετική λειτουργία,στα διάσημα έργα τους.Γι αυτό θα βουτήξουμε σε συγκεκριμένες σκηνές από : το «Περιμένοντας τον Γκοντό»,»τις Δούλες»,τη »Μάνα Κοράγιο»,αντίστοιχα , για να δούμε πώς η υπαρξιακή απομόνωση ενσαρκώνεται σκηνικά, όχι ως αφηρημένη έννοια αλλά ως δραματουργική ενέργεια που διαμορφώνει τον ρυθμό, τον χώρο και την ανθρώπινη σχέση.Θα κινηθώ με ακρίβεια, χωρίς να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα, αλλά αναλύοντας τη λειτουργία κάποιων σκηνών.
Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» θα επικεντρωθούμε στην σκηνή όπου η αναμονή δεν τελειώνει (Πράξη Ι, το κενό ανάμεσα στις επαναλήψεις).Η πιο χαρακτηριστική σκηνή δεν είναι μία, αλλά το διάστημα ανάμεσα στις πράξεις και στις επαναλαμβανόμενες κινήσεις των Βλαντιμίρ και Εστραγκόν. Εκεί όπου:τίποτα δεν συμβαίνει,τίποτα δεν αλλάζει,τίποτα δεν ολοκληρώνεται.Εδώ η απομόνωση λειτουργεί με τους δύο ήρωες να είναι μαζί, αλλά να μην συναντιούνται πραγματικά.Η γλώσσα τους είναι ένας μηχανισμός για να γεμίσει το κενό, όχι για να επικοινωνήσει.Η αναμονή για τον Γκοντό είναι η μεταφυσική μετατόπιση της απομόνωσης: περιμένουν κάποιον που δεν έρχεται ποτέ, άρα η σχέση με τον Άλλον είναι πάντα αναβλημένη.Η σκηνή είναι άδεια, σχεδόν μεταφυσική, ο χώρος γίνεται τοπίο εσωτερικής ερήμου.Η υπαρξιακή απομόνωση εδώ είναι το ίδιο το σκηνικό σύμπαν: μια ύπαρξη που δεν μπορεί να γεφυρωθεί ούτε με τον Άλλον ,αλλά ούτε και με τον χρόνο.
Στις «Δούλες» του Ζενέ θα αναφερθούμε στη σκηνή όπου οι Υπηρέτριες παίζουν την Κυρία,ένα τελετουργικό παιχνίδι ρόλων.Πρόκειται για την πιο διάσημη σκηνή του έργου: οι δύο αδελφές, μόνες στο δωμάτιο, παίζουν την Κυρία, εναλλάσσοντας ρόλους, προσβολές, εξουσία, θάνατο.
Εδώ η απομόνωση δεν είναι σιωπή, είναι υπερφόρτωση ρόλων.Οι Υπηρέτριες δεν έχουν πρόσβαση στον Άλλον, έχουν πρόσβαση μόνο σε εικόνες του Άλλου.Η σκηνή είναι τελετουργική, σχεδόν ιεροτελεστία: η απομόνωση γίνεται μηχανή φαντασίωσης.Η σχέση τους είναι καθρέφτισμα, όχι επικοινωνία: η μία παίζει την άλλη, η άλλη παίζει την Κυρία, και όλες οι ταυτότητες διαλύονται.Η υπαρξιακή απομόνωση στονΖενέ είναι η αδυναμία να υπάρξει σταθερό Εγώ.Η σκηνή είναι ένας καθρέφτης που πολλαπλασιάζει, όχι ένας χώρος που ενώνει.
Στο «Μάνα Κουράγιο» τουΜπρεχτ θα μεταφερθούμε στη σκηνή που επισυμβαίνει ο θάνατος του Ελβετόπουλου (Πράξη Γ).Η Μάνα Κουράγιο μαθαίνει ότι ο γιος της εκτελέστηκε. Η σκηνή είναι συγκλονιστική όχι επειδή είναι συναισθηματική, αλλά επειδή είναι αποστασιοποιημένη.Η λειτουργία της απομόνωσης περιγράφεται :από τη Μάνα Κουράγιο που δεν μπορεί να θρηνή σει δημόσια, γιατί πρέπει να προστατεύσει το εμπόριό της.Η απομόνωση είναι κοινωνική και οικονομική: το σύστημα την αναγκάζει να καταπιεί τον πόνο της.Ο Μπρεχτ δεν επιτρέπει στον θεατή να ταυτιστεί, τον αναγκάζει να δει την κοινωνική μηχανή που παράγει απομόνωση.Η σκηνή είναι απογυμνωμένη από μελοδραματισμό, η απομόνωση γίνεται πολιτική καταγγελία.Η υπαρξιακή απομόνωση εδώ δεν είναι μεταφυσική ούτε ψυχολογική, είναι δομική συνέπεια του πολέμου και του καπιταλισμού.
Η σύνθεση των παραπάνω σκηνών δημιουργεί ενιαία δραματουργική θεωρία .Η υπαρξιακή απομόνωση είναι μια τριπλή σκηνική διαδικασία:Απογύμνωσης του κόσμου (Μπέκετ ),απογύμνωση του εαυτού (Ζενε ),απογύμνωσης της κοινωνίας (Μπρέχτ).Το θέατρο γίνεται ο τόπος όπου αυτές οι τρεις απογυμνώσεις συμπίπτουν.
Η υπαρξιακή απομόνωση, όπως την είδαμε μέσα από τέσσερις φιλοσόφους και τρεις δραματουργούς, δεν είναι μία έννοια αλλά ένα πολύεδρο. Κάθε στοχαστής και κάθε θεατρικός δημιουργός φωτίζει μια διαφορετική όψη της, σαν να στρέφει το ίδιο κρύσταλλο προς διαφορετικές κατευθύνσεις του φωτός.Στον Γιάλομ, η απομόνωση είναι η ανθρώπινη μοίρα που δεν αίρεται αλλά μπορεί να μεταμορφωθεί σε χώρο αυθεντικής σχέσης.Στον Χαϊντεγκερ , είναι η οντολογική ρίζα της ύπαρξης: το Dasein είναι πάντοτε «εκάστοτε εμόν», αμεταβίβαστο, εκτεθειμένο στον δικό του θάνατο.Στον Σαρτρ, η απομόνωση γίνεται σύγκρουση: το βλέμμα του Άλλου με απειλεί, με αντικειμενοποιεί, με αναγκάζει να παλεύω για την ελευθερία μου.Στον Λεβινάς , η απομόνωση μετατρέπεται σε ηθική δυνατότητα: μόνο επειδή είμαστε χωρισμένοι μπορεί ο Άλλος να με καλέσει σε ευθύνη.
Και στο θέατρο, η ίδια υπαρξιακή ρωγμή αποκτά σώμα και σκηνή.Ο Μπέκετ δείχνει την απομόνωση ως κενό του κόσμου: μια ύπαρξη που περιμένει, που μιλά για να γεμίσει τη σιωπή, που δεν συναντά ποτέ τον Άλλον.Ο Ζενέ τη μετατρέπει σε τελετουργία: οι ρόλοι, οι μάσκες, οι καθρέφτες γίνονται τρόποι να αντέξει κανείς την αστάθεια του εαυτού.Ο Μπρεχτ την αποκαλύπτει ως κοινωνική κατασκευή: η απομόνωση δεν είναι μοίρα αλλά αποτέλεσμα δομών, πολέμων, συστημάτων.Όλα αυτά μαζί σχηματίζουν ένα ενιαίο θεωρητικό σχήμα: η απομόνωση είναι ταυτόχρονα οντολογική, φαντασιακή και κοινωνική.Είναι το κενό πριν από τον κόσμο, η ρευστότητα μέσα στον κόσμο, και η αποξένωση εξαιτίας του κόσμου.
Και όμως, μέσα σε αυτή την πολλαπλή απομόνωση, ο άνθρωπος συνεχίζει να στρέφεται προς τον Άλλον, άλλοτε με αγωνία, άλλοτε με επιθυμία, άλλοτε με ευθύνη.Η απομόνωση δεν είναι το τέλος της σχέσης, είναι η προϋπόθεσή της.Είναι το χάσμα που κάνει τη συνάντηση δυνατή, το σκοτάδι που επιτρέπει στο φως να φανεί.Ίσως αυτός να είναι ο βαθύτερος κοινός τόπος όλων όσων είδαμε:ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ένα άνοιγμα μέσα στη μοναξιά,μια κίνηση προς τον Άλλον που ποτέ δεν ολοκληρώνεται,αλλά ακριβώς γι’ αυτό παραμένει αληθινή.