30.7.22

Στέφαν Τσβάιχ, Σκακιστική Νουβέλα

Μοῦ εἶχαν πάρει τά πάντα: τό ρολόι μου, γιά νά μή μετράω πιά τό χρόνο, τό μολύβι μου, γιά νά μήν μπορῶ πιά νά γράφω, τό σουγιά μου, γιά νά μήν κόψω τις φλέβες μου. Μοῦ στέρησαν ἀκόμα καί  τήν ἐλαφριά νάρκη τοῦ τσιγάρου. Ἐκτός ἀπό τό φρουρό μου, πού δέν εἶχε τό δικαίωμα νά μοῦ μιλήσει, οὔτε καί ν' ἀπαντήσει στίς ἐρωτήσεις μου, δέν ἔβλεπα ποτέ μου ἀνθρώπου πρόσωπο, δέν ἄκουγα ποτέ μου ἀνθρώπινη φωνή. Τά μάτια μου, τʹ αὐτιά μου,ὅλες μου οἱ αἰσθήσεις ἔμεναν μέρα καί νύχτα στερημένες ἀπό κάθε τροφή, ἤμουν μόνος μέ τόν εαὐτό μου, μόνος μέ τό κορμί μου, ἀπελπιστικά μόνος, μέ τά τέσσερα-πέντε ἄψυχα ἀντικείμενα γύρω μου, τό τραπέζι, τό κρεβάτι, τό παράθυρο, τή λεκάνη.Ζοῦσα σάν δύτης, κάτω ἀπό ἕναν γυάλινο θόλο, στό βυθό αὐτοῦ τοῦ μαύρου ὠκεανού τῆς σιωπῆς. Καί μάλιστα σάν δύτης μέ τό προαίσθημα ὅτι τό σκοινί πού τόν συνδέει μέ τόν ἔξω κόσμο ἔχει ἤδη κοπεῖ καί ὅτι ποτέ δέν θά τόν· ξανανεβάσουν ἀπ' αὐτήν τή βουβή ἄβυσσο. Δέν ὑπῆρχε τίποτα νά κάνω, τίποτα ν’ ακούσω, τίποτα νά δῶ. Ὁλόγυρά μου τό Τίποτα καί μόνο τό Τίποτα, τό Κενό ἔξω ἀπό τό Χῶρο καί τό Χρόνο. Βημάτιζα πάνω— κάτω στό δωμάτιο καί μαζί μου πηγαινοέρχονταν καί οἱ σκέψεις μου, πάνω— κάτω κι αυτές, πάνω— κάτω, ξανά και ξανά. Ἀλλά ἀκόμα καί οἱ σκέψεις[ ... ]δέν μπορούν ν' αντέξουν το τίποτα. Περίμενα κάτι, ὁτιδήποτε, ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ και δέν συνέβαινε τίποτα. Περίμενα ξανά καί ξανά. Δέν συνέβαινε τίποτα. Περίμενα καί ξανάρχιζα νά περιμένω, πάλι καί πάλι, σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν καί ξανασκεφτόμουν, ὥσπου πιά τό κεφάλι μου πήγαινε νά σπάσει.Τίποτα. Ἥμουν μόνος. Μόνος. Μόνος. Αὐτό κράτησε δεκατέσσερις μέρες, πού τις ἔζησα ἔξω ἀπό τό χρόνο, ἔξω ἀπό τόν Κόσμο.