24.4.22

Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ: «Η ημέρα της Λαμπρής»/ ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ ΙΑΣ.: «Ποτέ πριν...»

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
---
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
---
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι».



ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ ΙΑΣ.: «Ποτέ πριν...»

«Ποτέ πρίν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν
γι' αυτούς που λείπουν.
Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,
γι' αυτούς που για πάντα λείπουν.
Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,
γι' αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!
---
Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.
Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο
με την αιωνιότητά τους!
---
Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,
σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.
Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.
Σα μια κραυγή χαράς
Χριστός Ανέστη!
---
Κι αυτές οι θείες καμπάνες
είναι τα λόγια τους.
Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες
είναι το βλέμμα τους.
Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους
είναι η ζωή μας. Ολοι, νεκροί και ζωντανοί,
γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην
κεφαλή του τραπεζιού
ο Αναστάς Χριστός!»