5.12.21

Όλυμπος: 27 Μαγικές εικόνες από το χιονισμένο «βουνό των θεών».

Στις 6 το πρωί στο μπαλκόνι απολάμβανε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Ένοιωθε γεμάτος ενέργεια και αισιοδοξία.Δεν έχασε την ευκαιρία. Η μαγεία του πρωινού ήταν πρόκληση.Περπάτησε στην ακτή δίπλα από το κύμα, με το βλέμμα στην ανατολή, στα κύματα και τους γλάρους. Γέμιζε την ψυχή του.Καθημερινά, καλημέριζε τον Όλυμπο. Τα «λέγανε» σιωπηλά. Ο Όλυμπος ήξερε όλα τα μυστικά του. Σ΄ αυτόν τα εκμυστηρευόταν. Σ΄ αυτόν τα εξομολογούνταν. Αλλά και όταν δε μιλούσε στον Όλυμπο, αυτός τον ήξερε τόσο καλά που τον καταλάβαινε. «Του έκλεινε το μάτι» με ένα χαμόγελο. Αυτό ήταν. Άλλαζαν όλα μέσα του.Με τρόπο μαγικό. Τα πρωινά, είχε τακτοποιημένες τις σκέψεις του. Τα πόδια του βούλιαζαν στην άμμο, ο ήχος της θάλασσας έφτανε στα αυτιά του σαν μελωδία. Όσο περνούσαν τα λεπτά, οι κορυφές του Ολύμπου απέναντι φωτιζόταν.Ήταν οι πρώτες που έβλεπαν τον ήλιο να αναδύεται μες από το πέλαγος στον ορίζοντα στην άκρη της γης… Δεκαέξι χρονών είχε ανεβεί στο «Κατάρτι» και είχε μείνει ανεξίτηλη στο μυαλό του η θέα της ανατολής από ψηλά, φυσούσε το βράδυ και η ατμόσφαιρα ήταν τόσο καθαρή που νόμιζε ότι αν έκανε ένα βήμα θα πατούσε στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, απέναντι. Φαινόταν τόσο κοντά. Περπατούσε με το βλέμμα του τον Όλυμπο. Στα μονοπάτια, στα ρυάκια, στις χαράδρες, τις σπηλιές, στα ξέφωτα.Ήξερε ότι ο γέρο Όλυμπος τον περίμενε εκεί κάθε πρωί . Κάποιες φορές τον λυπότανε. Κάποιες τον καμάρωνε. Δεν τον άφηνε ποτέ μόνο. Γύριζε κι έμπαινε μέσα του. Τον ακολουθούσε μια ζωή.
[απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ο Κένταυρος που αγαπούσε τη Γοργόνα" του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου, εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ]