2.4.21

Η ΓΥΝΑΙΚΑ με το πούρο...

[...]Γύρισε με το μπουκάλι το ουίσκι και μια δερμάτινη θήκη. Έβγαλε ένα από τα 2-3 πούρα που είχε.Έβγαλε τον κόφτη και τον άφησε πάνω στο σεντόνι . Μετά με κινήσεις...
ακριβείας έβγαλε ένα αναπτήρα… πούρων. Έπαιξε ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα το Ρωμαίο and Juliet.Το έφερε στα χείλη της…Σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε. Έγλειψε το πούρο με νόημα, το κατέβασε στο ύψος του στήθους, πήρε τον κόφτη, πέρασε τα δάχτυλα της μέσα στον κόφτη και έκοψε την μια άκρη.
Με το αριστερό χέρι της έριξε πίσω το μαλλί της, ανασήκωσε τα μάτια ψηλά και αδιάφορα… έφερε το πούρο στο στόμα της και άναψε τον αναπτήρα. Ρουφούσε μέχρι να ανάψει. Κυκλικά… ολόγυρα… μες το μισοσκόταδο ένα "δαχτυλίδι" κόκκινο άναψε. 
Κι ένα σύννεφο καπνού, απλώθηκε πάνω τους .
Την κοίταζε… γεμίζοντας τα ποτήρια τους. 
 Δεν είχε ξαναζήσει τόσες στιγμές με τόσες εκπλήξεις. Από μια γυναίκα, που ούτε στη φαντασία του δεν είχε «πλάσει». 
Άπλωσε το χέρι και πήρε το πούρο.
«Για σένα το έφερα. Για τη βραδιά που αρχίζει…»
«Που αρχίζει;» αναρωτήθηκε. 
 «Ναι, που αρχίζει…Τώρα αρχίζει αγόρι μου» του είπε αφήνοντας την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Ρούφηξε το πούρο κρατώντας τον καπνό στη στοματική του κοιλότητα. 
Ήπιε μια μεγάλη γουλιά ουίσκι και της το έδωσε πίσω.
 Σηκώθηκε.
 Πήγε στο μπάνιο κοιτώντας το ρολόι στον τοίχο. Ήταν περασμένες 3 και η νύχτα «τώρα άρχιζε» όπως του είπε.

[απόσπασμα...από το μυθιστόρημα 
Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ]