3.4.20

Ο έpωτας κάθε κόρης είναι ο μπαμπάς της

Σήμερα θα γράψω για σένα, για σένα που με μεγάλωσες, που ακόμη και τώρα με μεγαλώνεις. Για την ακρίβεια
μαζί μεγαλώνουμε, εσύ μαθαίνεις δίπλα μου το ρόλο του πατέρα κι εγώ το ρόλο της κόρης. Εντάξει το παραδέχομαι, είσαι καλύτερος από εμένα σε αυτό, ίσως γιατί εσύ γεννήθηκες λες κι ήσουν πάντα έτοιμος να γίνεις μπαμπάς.
Ήξερες, πριν ακόμη μάθεις, πως θα είμαι κόρη. Μια κόρη που ο μοναδικός άνθρωπος που δεν μπορεί να μιλήσει γι’ αυτόν, χωρίς να συγκινηθεί, είσαι εσύ. Όταν μιλάω για εσένα, βουρκώνω κι η φωνή μου τρεμοπαίζει. Δεν μπορεί το σώμα μου να διαχειριστεί τόση αγάπη, μπαμπά.

Είναι που σε θαυμάζω όσο κανέναν, γιατί εγώ σε είδα απ’ τα ψηλά να πέφτεις στα χαμηλά κι από εκεί ξανά να ανεβαίνεις πάλι. Είναι που όταν σε είδα αγκαλιά με τον πάτο δε φοβήθηκες, αλλά το πάλεψες και νίκησες, μπαμπά. Νίκησες τους κακούς, τους κακοπροαίρετους, τους δήθεν, τους ψεύτικους ανθρώπους και τους απομάκρυνες απ’ τη ζωή σου. Δεν έμοιασες ποτέ σε εκείνους κι αποστασιοποιήθηκες με έναν μοναδικό τρόπο που μόνο εσύ καταφέρνεις.

Είσαι εσύ που δεν κοιμάσαι αν δεν ξέρεις πως γύρισα σπίτι, είσαι εσύ που δε με αφήνεις να ανεβαίνω σε μηχανάκια, εσύ που μου έμαθες να μαγειρεύω και να εκτιμάω το καλό φαγητό.

Εσύ που μια ζωή με πηγαινοέφερνες, λες κι είσαι ο σοφέρ μου, εσύ που στηρίζεις τις επιλογές μου, εσύ που με έμαθες να μη με νοιάζει ο κόσμος. Εσύ που μπροστά μου με λες ξινή και πεισματάρα, εσύ που μου έμαθες την καλή ζωή και πριν ζητήσω το οτιδήποτε, είχες φροντίσει να το έχω ήδη μπροστά μου. Εσύ που με παινεύεις σε όλους όταν δεν είμαι παρούσα.

Εσύ που καταβροχθίζεις ένα κιλό παγωτό στην καθισιά σου, εσύ που γυμνάζεσαι και τρως υγιεινά, εσύ που λατρεύεις τα ταξίδια με το αμάξι κι αγαπάς τη θάλασσα. Εσύ που μου έμαθες τον χορό και τη μουσική και που για χάρη σου έτρεχα να πάρω πτυχία Γερμανικών. Που με έκανες να βλέπω αγώνες τένις, μπάσκετ, να ξέρω τι είναι το offside και πώς μια είναι η ομάδα.

Είσαι η πρώτη μου λέξη, είσαι εκείνος ο ψηλός, κούκλος, πενηντάρης, με δυο μάτια μελιά. Εκείνος ο άνετος, ο ψύχραιμος που τα έχει ζήσει όλα στη ζωή του. Που μπορεί να κρατήσει μόνος του παιδιά, σκυλιά, μαγαζιά, την ώρα που οι άλλοι πελαγώνουν. Εκείνος με τις νέες αντιλήψεις και τις παλιές αρχές. Που αγαπά κι εκτιμά τόσο τις γυναίκες. Είσαι ο μπαμπάς, που οι φίλες μου ζηλεύουν.

Ένα τατουάζ πάνω στο σώμα σου λέει το όνομά μου, κι εγώ θυμάμαι ακόμη εκείνα τα σαββατοκύριακα που κούρνιαζα πάνω σου και βλέπαμε παιδικά. Τότε ξάπλωνα ήρεμη στην αγκαλιά σου, μπαμπά, τώρα το μυαλό μου το βομβαρδίζουν συνεχώς σκέψεις.

Μου έμαθες να μη λυγίζω, με έκανες να πιστέψω πως είμαι δυνατή. Το πάθημα να μου γίνεται μάθημα, να αγαπάω πολύ και βαθιά. Να στέκομαι στους ανθρώπους και να διώχνω μακριά ό,τι με πληγώνει κι αυτό θα κάνω, μπαμπά.

Και να σου πω κι ένα μυστικό; Πάντα αυτό που μου λες εσύ κάνω, εντάξει σχεδόν πάντα, κι ας τσακωνόμαστε πολύ κι ας βριζόμαστε κι ας κάνουμε μούτρα σαν εγωιστές. Έτσι είναι άλλωστε οι μεγάλοι έpωτες και να ξέρεις όποιος και να έρθει στη ζωή μου, εσύ θα είσαι πάντοτε το λιμάνι μου. Σε εσένα πάντα θα γυρνώ, γιατί εσύ είσαι το βήμα μου.

Συγγνώμη για όλες εκείνες τις φορές που σε στεναχώρησα, δεν το ήθελα.

Μπαμπά, σ’ αγαπώ…

Συντάκτης: Μάρω Καλλιοντζή
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: pillowfights.gr