3.4.20

Τα σπιτοκάλυβα του Ελατοχωρίου Πιερίας, ένα Λαογραφικό Οδοιπορικό-20 foto


Γράφει ο Δημήτρης Ρουκάς
M.Sc. Τεχνολόγος Γεωπόνος,
Επιστημονικός Συνεργάτης
Π.Ε. Πιερίας
Στις πλαγιές των Πιερίων, ανηφορίζοντας ο επισκέπτης για το όμορφο Ελατοχώρι,

βλέπει μικρά σπιτοκάλυβα (Φωτ. 1) στις άκρες των χωραφιών. Διατηρούνται έως τις μέρες μας
εκφράζοντας την αυθόρμητη αρχιτεκτονική των χωρικών.
Στο Ελατοχώρι πηγαίνει κάποιος για να απολαύσει τη δροσιά του καλοκαιριού ή για μια χειμερινή απόδραση. Μέσω δύο διαδρομών μπορείς να βρεθείς στο γραφικό χωριό, είτε από την πλευρά του Μοσχοποτάμου μέσω της επαρχιακής οδού, είτε από το λιγότερο γνωστό αγροτικό δρόμο που συνδέει το Ελατοχώρι με την Λαγόραχη.

Αυτά τα μικρά αγροτικά κτίσματα, γιατί περί αγροτικών κτισμάτων πρόκειται, βρίσκονται πολλά και διάσπαρτα στα κτήματα της περιοχής του Ελατοχωρίου. Είναι απόλυτα συνδεδεμένα με την ζωή των κατοίκων και την ιστορία του χωριού. Αποτελούν μια τεκμηρίωση σχετικά με την ιστορία, την εξέλιξη και την προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον πρόχειρων καταλυμάτων των αγροτών. Εκπέμπουν μια ιδιαίτερη γοητεία, λες και κρατάνε μέσα τους μυστικά και ιστορίες, σαν να είναι έτοιμα να διηγηθούν ένα παρελθόν μισοξεχασμένο.

Διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της αγροτικής γης. Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα συνεισέφεραν στην ανάπτυξη των αγροτικών δραστηριοτήτων των ανθρώπων του Ελατοχωρίου. Τα παραδοσιακά αυτά αγροτικά κτίσματα, «σπιτοκάλυβα», αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του χωραφιού (αγροκτήματος) και ήταν ο χώρος διαμονής της αγροτικής οικογένειας, όταν ξεκινούσαν οι αγροτικές εργασίες στα χωράφια μέχρι το τέλος τους. Τότε η μετάβαση στο σπιτικό ήταν δύσκολη, αφού και οι αποστάσεις συνήθως ήταν μεγάλες και χρειάζονταν αρκετή ώρα ώσπου να φτάσουν εκεί. Κατάφεραν με λειτουργικό και αποτελεσματικό τρόπο να βρίσκονται κοντά στις καλλιέργειες ώστε να αποδίδουν, να αποθηκεύουν, να μεταποιούν και να επεξεργάζονται τα αγροτικά προϊόντα.

Παράλληλα τα σπιτοκάλυβα αποτελούν μέρος του αγροτικού τοπίου της περιοχής. Είναι ένα δομικό στοιχείο της τοπικής αγροτικής αρχιτεκτονικής και συνέβαλλαν με έναν τρόπο μοναδικό στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας (Φωτ. 2).

Μεγαλύτερη σημασία έχει η πάνω από 300 χρόνια παρουσία τους στα σημεία που τα βλέπουμε σήμερα, με την οποιαδήποτε δομική μορφή που έπαιρναν στο διάβα αυτών των αιώνων. Τα σπιτοκάλυβα μας παρέχουν σημαντικές ιστορικές ενδείξεις οικοδομικών και γεωργικών πρακτικών του παρελθόντος που συχνά παραμένουν σχετικά ανενόχλητες από τις σύγχρονες παρεμβάσεις. Βλέποντας τα από ψηλά, τοποθετημένα στο ανάγλυφο της περιοχής, με την παρουσία τους να ενισχύεται από το υπέροχο αγροτικό τοπίο που τα περιβάλλει, χωράφια σιτηρών, καπνών, κηπευτικών μικρών αμπελώνων και οπωροφόρων δένδρων (Φωτ. 3). Όμως και τα ίδια, συμβάλλουν σημαντικά στον ευρύτερο χαρακτήρα του τοπίου και στη γραφική ομορφιά της περιοχής. Σήμερα (Ιούλιος 2019), μπορούμε να δούμε σκόρπια στα κτήματα της περιοχής περίπου 80 σπιτοκάλυβα, των ακούραστων Ελατοχωρινών, τα οποία έκτος από ορισμένα νέα ( από την δεκαετία του 60 και μετά) που είναι κατασκευασμένα από τσιμεντόλιθους ή τούβλα, με στέγη κεραμωτή ή τσίγκινη ή από ελλενίτ συνεχίζουν να έχουν χρηστική λειτουργία καθώς έχουν επισκευαστεί και αντέχουν στο χρόνο. Τα περισσότερα δυστυχώς, ορισμένα πετρόκτιστα ή ελάχιστα ξύλινα, έχουν εγκαταλειφτεί και παρουσιάζουν πλέον ιστορικό, λαογραφικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον θυμίζοντας στους ιδιοκτήτες τους τα χρόνια που ήταν γεμάτα ζωή όμως χρησιμοποιούνται αποθηκευτικά και ανάλογα με την καλλιέργεια που έχει η κάθε οικογένεια. Υπάρχουν και πολλά σημεία όπου έχουμε ερείπια ή ενδείξεις ύπαρξης σπιτοκάλυβου.

Η ύπαρξη των σπιτοκάλυβων έχει αποτυπωθεί ακόμη και στους χάρτες της γεωγραφικής υπηρεσίας στρατού του 1982 (Φωτ.4). Η εξάπλωση των σπιτοκάλυβων έγινε στις περιοχές εκατέρωθεν στους δύο βασικούς οδικούς άξονες που ένωναν το χωριού με το Μοσχοπόταμο (Δρυάνιστα) και Ρητίνη (Ρετίνης) όπως βλέπουμε τους οδικούς άξονες στον χάρτη το 1910 (Φωτ. 5).Συγκεκριμένα τα σπιτοκάλυβα βρισκόταν ανατολικά του Ελατοχωρίου και από τις δύο πλευρές: Από την βόρεια πλευρά όπου και διέρχεται η επαρχιακή οδός Κατερίνης Μοσχοποτάμου Ελατοχωρίου και εκατέρωθεν των εσωτερικών αγροτικών δρόμων στις τοποθεσίες από το χωριό και προς Κατερίνη, Γκούρα, Λιβάδια, Σταχτολίβαδο, Προσήλιο, Νερόγαυρα , Παναγία Αγρότισσα, Ραιντέτι, Πέτρες, Αγ.Νικόλαος, Λαγόραχη, Πλάτανος, Τσακρής στα σύνορα με Μοσχοπόταμο. Εκεί συναντάμε και τις βρύσες όπου οι άνθρωποι προμηθεύονταν νερό: Αγ,Νικόλαος, Τζαρκνιά, Οξιά, Τροχαλιές. Από την νότια πλευρά από τον δρόμο που συνδέει το Ελατοχώρι με την Λαχόραχη βρίσκονται στις περιοχές Παρεκκλήσι, Ντραμάλα, Αμπέλια, Αμπελάκια, Αγ. Παρασκευή, Τζαρνόχωβα. Σε αυτήν την πλευρά συναντάμε την πηγή νερού του Μουρνιωτη και τα πηγάδια Φωτνοου και Μπικιρη. Σπιτοκάλυβα επίσης έχουμε και στην τοποθεσία Προσήλιο, εκεί συναντάμε την βρύση του Καλαμάρου.



Η ζωή στα σπιτοκάλυβα του Ελατοχωρίου στις πλαγίες των Πιερίων Ορέων

Ο ρόλος του σπιτοκάλυβου στην αγροτική ζωή των ανθρώπων ήταν σημαντικός. Χώρος πολύτιμος και εργονομικός για την αγροτική διαβίωση. Χώρος οικογενειακής διαμονής σε εποχιακή βάση, αφού χρησιμοποιούνταν για διανυκτέρευση, όταν η μετάβαση στο σπιτικό ήταν δύσκολη, και οι αποστάσεις συνήθως ήταν μεγάλες. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και η μεταφορά ανθρώπων, εργαλείων και προϊόντων, δεν ήταν εύκολη. Η κατασκευή τους ήταν εύκολη και το κόστος αρκετά χαμηλό, έτσι οι αγρότες του χωριού, έχτιζαν τα μικρά σπιτοκάλύβα στα χωράφια τους. Επομένως η προσωρινή εποχική διαμονή στις καλύβες, αποτελούσε επιτακτική ανάγκη για τους αγρότες.

Οι κάτοικοι του χωριού μετακινούνταν προς τα καλύβια όταν άρχιζαν οι αγροτικές εργασίες, μία διαδικασία πλέον συνηθισμένη. Η πρώτη μετακίνηση γινόταν μετά το Πάσχα για τις πρώτες εργασίες αλλά ουσιαστικά σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του Ελατοχωρίου μετακινούνταν μετά τις 15 Ιουνίου περίπου, στην ουσία όταν έκλειναν τα σχολεία (Φωτ. 6). Ήταν χαρακτηριστική η ημέρα γιατί φόρτωναν όλη την οικοσκευή (λουξ γκαζόλαμπα, μαυροτήγανα κλπ), στο κάρο με τα άλογα ή τα μουλάρια έπαιρναν τις κότες, τα κατσίκα, τα γουρούνια και την αγελάδα, αν η οικογένεια είχε, και επέστρεφαν αρχές Σεπτεμβρίου όταν ολοκλήρωναν τις αγροτικές καλοκαιρινές εργασίες. Λόγω του ότι ήταν θρησκευόμενοι τα εξωκλήσια που υπήρχαν όπως η Παναγιά Αγρότισσα ,ο ΄Αγιος Νικόλαος στην περιοχή Πέτρες αλλά και η Αγία Παρασκευή στην περιοχή Παρεκκλήσι τους έδιναν την δυνατότητα να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα χωρίς να χρειάζεται να ανεβαίνουν στο χωριό.Μόνο τις δύο τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα οι κάτοικοι ερχόταν στο χωριό μόνο το Σάββατο το βράδυ και την Κυριακή το απόγευμα επέστρεφαν. Το απόγευμα του Σάββατου οι κάτοικοι σταματούσαν τις εργασίες και ανέβαιναν με τα ζώα αλλά κυρίως με τα πόδια παρέες - παρέες για το χωριό. Πάντα όμως έμενε κάποιος από την οικογένεια στην καλύβα γιατί υπήρχαν τα ζώα και ειδικά οι κότες όπου έπρεπε να προσέχει για να μην έρθει το γεράκι και τις φάει.

Ένας μικρός πέτρινος φούρνος και καμίνι στον εξωτερικό χώρο από το σπιτοκάλυβο και το τζάκι μέσα τους έδινε την δυνατότητα να μπορούν να μαγειρεύουν όχι πρόχειρα, το φαγητό της οικογένειας. Δίπλα είχαν τον «μπαχτσέ» για την καλοκαιρινή διατροφή αλλά και αυτά που καλλιεργούσαν για να τα κρατήσουν το χειμώνα καθώς και ο στάβλος, ο λεγόμενος «αχυρώνας». Επίσης υπήρχαν κάποια οπορωφόρα δέντρα γύρω από τις καλύβες όπως: μηλιές ,φιρικιές και αρβανίτικα μήλα τα οποία κρατούσαν για το χειμώνα ,αχλαδιές, κερασιές και γκορτσιές, τζερνικιές, συκιές. Οι άνθρωποι την ημέρα δούλευαν στα χωράφια και το βράδυ ή όταν έβρεχε μαζεύονταν στα γειτονικά σπιτοκάλυβα για να συζητήσουν και να χαρούν τις στιγμές ανάπαυσης από τον κάματο των χωραφιών.

Ο αγρότης στο σπιτοκάλυβο του είχε την άνεσή του αλλά και την σχετική του ελευθερία. Άνεση γιατί είχε τα απαραίτητα εργαλεία, τα οποία δεν χρειάζονταν να κουβαλήσει πίσω στο σπίτι του. Όταν οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν καλές, μπορούσε να μείνει στο σπιτοκάλυβο να ξεκουραστεί και όταν περνούσε η ΄΄μπόρα΄΄ να ξαναρχίσει την εργασία του. Τις μέρες που δεν επέστρεφε στο σπίτι μπορούσε να ξυπνήσει πολύ πρωί έχοντας στη διάθεσή του πολύ παραγωγικό χρόνο. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας επίσης, στο σπιτοκάλυβο, μπορούσε να κινηθεί μακριά από το βλέμμα του Τούρκου αγά ή του « πατέρα – πατριάρχη» της οικογένειας, οι οποίοι συνήθως έμεναν στον οικισμό. Ακόμα και η νύφη εκεί μπορούσε να πει κάτι που μπροστά στα πεθερικά της ούτε καν θα περνούσε από τη σκέψη της να το ξεστομίσει. Και τέλος όταν σουρούπωνε μπορούσε να δώσει και ένα κομμάτι ψωμί και να πει μια κουβέντα με τον κλέφτη που θα περνούσε εκείνη την ώρα ώστε να μην τον δουν αδιάκριτα βλέμματα.

Στις εύφορες γαίες του Ελατοχωρίου (Σκουτέρνα στην πάλαια ονομασία) οι καλλιεργητικές φροντίδες (πότισμα, τσάπισμα κτλ), η συγκομιδή των καρπών των χωραφιών, η συλλογή του καπνού και των κηπευτικών και η φροντίδα των ζώων αποτελούσαν τις βασικές ασχολίες της οικογένειας. Όπως αναφέρεται από μια καταγραφή του επισκόπου Κίτρους Παρθενίου περίπου το 1913 καλλιεργούσαν τα δημητριακά, όσπρια όπως ρόβι και ειδικά τα ονομαστά φασόλια (ποτιστικά -βεργωτά ), πατάτες, είχαν αναπτυγμένη την κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίροι, άλογα και μουλάρια), έφτιαχναν τυριά τα οποία πουλούσαν στην πόλη.

Όμως η σημαντικότερη από τις καλλιέργειες ήταν αυτή του καπνού. Δίπλα από το σπιτοκάλυβο είχαν το λεγόμενο «Αράνι» ένα ξύλινο κτίριο που ήταν με ξύλα φτιαγμένο μόνο από τρεις πλευρές (Φωτ. 7). Είχαν φτιαγμένες ράγες από ξύλο στο έδαφος ,τοποθετούσαν τον καπνό σε πλαίσια τετράγωνα, τα«βαγόνια» τα οποία ήταν φτιαγμένα με ξύλο και στις δύο πλευρές, είχαν καρφάκια μικρά και τοποθετούσαν τα λεγόμενα ράμματα (καπνός περασμένος σε σκοινί –καπνόνημα. Αυτά τα πλαίσια τα έβγαζαν την ημέρα στον ήλιο για να στεγνώσουν και το απόγευμα τα ξαναέβαζαν μέσα σε αυτό το κτίριο .Στην συνέχεια τα έκαναν βαντιά πολλά μαζί ράμματα και τα έκαναν μπασκί, τα

τοποθετούσαν δηλαδή το ένα πάνω στο άλλο με την σειρά και εκεί παρέμεναν μέχρι το Φθινόπωρο που θα τα έκαναν δέματα στην ειδική κάσα από ξύλο.Η οικογενειακή εποχιακή χρήση του σπιτοκάλυβου έφτασε μέχρι το 2000, τα επόμενα χρόνια σταμάτησε καθώς η εξέλιξη και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, και η αμεσότητα των αυτοκινήτων έφεραν την ταχύτερη επικοινωνία των αγροτών μεταξύ του τόπου κατοικίας στο χωριό και των χωραφιών, μειώνοντας όπως ήταν φυσικό την ανάγκη ύπαρξης της καλύβας στα χωράφια.



Οι καλύβες ήταν πάντα εκεί

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία που δημιουργούν οι ανθρώπινες κοινότητες στο φυσικό τοπίο είναι οι κατοικίες, που αν και είναι βραχύβιες όπως ο άνθρωπος, ορισμένα χαρακτηριστικά ίχνη τους, στο αγροτικό περιβάλλον δεν αλλάζουν και ας έρχονται νέες ανθρώπινες εγκαταστάσεις. Ακόμα κι αν αλλάξουν μορφή συνεχίζουν να φέρουν τα ίχνη ενός μακρού παρελθόντος και εν μέρει αποτελούν την συνέχεα.

Ο οικισμός του Ελατοχωρίου δημιουργήθηκε από τους ανθρώπους που έμεναν στα καλυβόσπιτα στις ευρύτερες περιοχές στα τέλη του 18ο αιώνα (1780) με το κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο παλιό χωριό. Πριν τα τέλη του 17ο αιώνα οι πρόγονοι των κατοίκων του Ελατοχωρίου κατοικούσαν στους οικισμούς ( σε καλύβες κτισμένες στα αγροκτήματα) οι οποίοι βρισκόταν στις τοποθεσίες, Παναγιά η Αγρότισσα, Αι Νικόλαος στην περιοχή Πέτρες, στην Αγ.Παρασκευή όπου έχουμε και απομεινάρια βυζαντινού λουτρού, στην περιοχή Παλαικλήσσι και σε άλλες περιοχές Βόρεια Ανατολικά και Νότια Ανατολικά του σημερινού χωρίου όπου είχαν τις καλλιέργειες και τα ζώα τους. Από τους κατοίκους αυτούς άρχισε να δημιουργείται ο νέος οικισμό στο σημερινό παλιό Ελατοχώρι, μέρος απάνεμο ,περικυκλωμένο από τα βουνά των Πιερίων, μη ορατό από τον κάμπο και ασφαλές ως ένα βαθμό με πολλές πηγές και πολλά ρέοντα ύδατα.

Δεν άφησαν όμως ποτέ τις περιοχές καθώς μέλη των οικογενειών παρέμεναν στις καλύβες ώστε να βρίσκονται κοντά στα αγροκτήματα και ζώα τους δίνοντας έτσι την ιδιότητα της αγροικίας στα καλύβια που έπαιρνε την μορφη του σπιτοκάλυβου.

Μια πρώτη αναφορά για το χωριό έχουμε κατά την Οθωμανική απογραφή του 1530 όπου εκεί στον υποτυπώδη οικισμό όπου αργότερα κτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου διέμεναν 15 κάτοικοι. Οι κάτοικοι αυτοί για να βρίσκονται κοντά στα μαντριά ή στα χωράφια είχαν την ανάγκη ύπαρξης ενός προσωρινού καταλύματος. Τότε κτίστηκαν και οι πρώτες καλύβες, ο αριθμός των οποίων ήταν περιορισμένος. Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για πολλές δεκαετίες, μέχρι το 1750 περίπου, όταν με την έλευση και άλλων οικογενειών από τη γύρω περιοχή ο μικρός οικισμός έγινε ένα χωριό με 200 περίπου άτομα. Είχε έρθει η ώρα για μια καλύτερη οργάνωση.

Παρόλο που δεν είναι δυνατόν να πούμε οριστικά πόσα σπιτοκάλυβα υπήρχαν στην περιοχή, ή αν συνέβη η επαναχρησιμοποίηση μιας παλαιότερης κατασκευής, είναι πιθανό ότι ο αριθμός των σπιτοκάλυβων στο διάβα του χρόνου ακολουθούσε σχεδόν τον αριθμό των οικογενειών του οικισμού δηλαδή κάθε οικογένεια και ένα σπιτοκάλυβο. Εκτιμούμε ότι οι καλύβες είναι στην σημερινή τους τοποθεσία λίγο μετά το έτος 1800. Αυτή την εποχή ήρθαν διωγμένες από τον Αλή Πασά πάνω από 10 οικογένειες από την περιοχή της Ηπείρου στις οποίες δόθηκαν κτήματα μακριά από το Παλιό Ελατοχώρι, όπως στην περιοχή ΄΄Τσιακρής΄΄ και ΄΄Πέτρες΄΄. Ακολούθησαν μερικές οικογένειες από την Βόρεια Πελοπόννησο το 1830, ενώ το 1856 πάνω από 15 οικογένειες ήρθαν μετά την εξέγερση στη Βόρεια Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία. Τέλος, μετά το 1870, όταν οι σχέσεις με τους Βούλγαρους επιδεινώθηκαν, περισσότερες από 10 οικογένειες ήρθαν στον παλιό οικισμό. Όλοι αυτοί μαζί με τους γηγενείς ανέρχονταν σε 612 άτομα σε 110 περίπου οικογένειες τη χρονιά της απελευθέρωσης, το 1912. Μετά το 1913 ο οικισμός είχε 160 σπίτια. Με την καλλιέργεια του καπνού να παίρνει τα πάνω της μετά τον πόλεμο (1960-70-80-90) το χωριό είχε 174 άδειες καπνού και όπως μου ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κώστας Μποστανίτης « όσες οι άδειες του καπνού τόσο και τα σπιτοκάλυβα» και δεν είχε και άδικο. Έτσι εξηγείται και ο μεγάλος αριθμός των καλυβών, 80, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα.

Οι θέσεις των σπιτοκάλυβων του Ελατοχωρίου αποτυπώνονται στον επιτελικό χάρτη της Ελληνικής Τοπογραφικής Υπηρεσίας Στρατού του 1934 (επανέκδοση του 1927) τον οποίον είχαν στην κατοχή τους τα γερμανικά στρατεύματα όταν μπήκαν στην Ελλάδα (Φωτ. 8). Γι αυτό και δυστυχώς ήταν εύκολο να κάψουν τα περισσότερα σπιτοκάλυβα τον Ιανουάριο του 1943, καθώς ξέρανε τις ακριβείς θέσεις τους. Το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου 1944 γερμανικά στρατεύματα λίγο έξω από το Ελατοχώρι, από την μεριά του Μοσχοποτάμου πυρπόλησαν περίπου είκοσι πέντε σπιτοκάλυβα, εκτέλεσαν όσους βρέθηκαν μέσα σ' αυτές, ενώ συνέλαβαν δέκα άτομα στην τοποθεσία “Γκέκας”, τους οποίους μετέφεραν αυθημερόν στον Μοσχοπόταμο.Φωτ. 8 Η παρουσία των σπιτοκάλυβων αποτυπώνεται και στον επιτελικό χάρτη της Ελληνικής Τοπογραφικής Υπηρεσίας Στρατού του 1934 (επανέκδοση του 1927) τον οποίον είχαν στην κατοχή τους τα γερμανικά στρατεύματα όταν μπήκαν στην Ελλάδα.

Η παρουσία τους μετρά περισσότερο από 300 χρόνια στην περιοχή και βρίσκονταν σχεδόν στα ίδια σημεία που βλέπουμε σήμερα τα περίπου 80. Υπάρχουν και αυτά που δε βλέπουμε, όμως εύκολα μπορούμε να ξέρουμε ότι υπήρχε καλύβα στο αγρόκτημα, χάρη στην ύπαρξη μια συκιάς, γκορτσιάς, τζερνικίας ή άλλου μεμονωμένου οπωροφόρου δένδρου Αν σε αυτά τα σημεία ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά εύκολα διακρίνουμε την ύπαρξη δομικών ερειπίων, σορούς από πέτρες και σπασμένα κεραμίδια.



Η Αγροτική Αρχιτεκτονική στα σπιτοκάλυβα του Ελατοχωρίου



Στην γεωμορφολογία της ορεινής περιοχής των Πιερίων Ορέων (υψόμετρο 401-800 με κλίση >3%, όπου οι κάτοικοι του Ελατοχωρίου είχαν τις εκτατικές αρόσιμες εκτάσεις, και τα μαντριά τους, διαμορφώθηκε ένα αρχιτεκτονικός τύπο στέγασης σε εποχιακή βάση ως κατάλυμα για οικιακή βοήθεια τα σπιτοκάλυβα. Ο απλός σχεδιασμός του δείχνει χρόνια ενσωματωμένης εμπειρίας βασισμένης στη σχέση μεταξύ του αγροτικού κτιρίου και του αγροτικού τοπίου, ικανοποιώντας τις ανάγκες των ανθρώπων, εστιάζοντας σε μια ολιστική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη το ρόλο του εξωτερικού περιβάλλοντος. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, (κλίμα, γεωγραφία και φυσικοί πόροι) αποτέλεσαν το σημαντικότερο καθοριστικό παράγοντας της αγροτικής αρχιτεκτονικής με την οποία κατασκευάστηκαν τα σπιτοκάλυβα .

Η θέση τους επιλεγμένη. Απάγκιο το μέρος, να κόβει τον βοριά, ανταποκρινόμενη προς το ανάγλυφο της περιοχής, με προσανατολισμό σχεδόν βορράς νότος. Σε σημείο σχεδόν στρατηγικό, λειτουργούσε και ως παρατηρητήριο για την επίβλεψη του αγροκτήματος και της περιοχής. Η είσοδος προς την Ανατολή κατάματα στον ήλιο για να τον διαφεντεύει.

Τα σπιτοκάλυβα είναι ένα υπόδειγμα κάλυψης βασικών αναγκών με εκπληκτική λιτότητα και πληρότητα. Αποτελεί γνήσια έκφραση μιας λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης της αγροτικής υπαίθρου με τεχνοτροπία δεμένη µε τα υλικά της φύσης μπολιασμένη με την αγροτική κοινωνική και οικονομική ζωή. Χωρίς διακοσμητικές αξιώσεις, τη χρήση ορθογώνιων σχημάτων, την αδρή τοιχοποιία και την ιδανική προσαρμογή με το φυσικό περιβάλλον.

Τα σπιτοκάλυβα είχαν το δικό τους… προφίλ! Το τυπικό σπιτοκάλυβο είναι ένα πλατυμέτωπο ορθογώνιο (μακρυνάρι), ισόγειο, συνήθως μονόχωρο κτίσμα. Το τζάκι στη μέση του τοίχου αποτελεί βασικό στοιχείο του σπιτοκάλυβου, δεν νοείτε σπιτοκάλυβο χωρίς τζάκι (Φωτ. 9). Η εξώπορτα είναι πάντοτε στη μακρύτερη πλευρά. Τα μεγαλύτερα πολλές φορές χωρίζονται σε δύο μέρη , περίπου 16-40 τ.μ., όπου οι περιορισμένες διαστάσεις τους υπαγορεύονται από τις δυνατότητες των υλικών. Στην εξέλιξή του το σπιτοκάλυβο εμφανίζεται με προσθήκη χώρων, αχυρώνα (σταύλος) για τα ζώα στο πίσω μέρος αλλά και τα παχνιά για να τα ταΐζουν, αποθήκη, αράνι για τα καπνά Το αράνι ήταν ένας συμπληρωματικός χώρος στο κτήμα για την χωρική επεξεργασία του καπνού (αναφέρθηκε αναλυτικά στην ενότητα «Η ζωή στα σπιτοκάλυβα του Ελατοχωρίου στις πλαγίες των Πιερίων Ορέων»). Εξωτερικά του σπιτοκάλυβου κατασκεύαζαν επίσης το τσαρδάκι σαν κιόσκι για να μεγαλώσουν το χώρο και να κάθονται κατά την διάρκεια της ημέρας. Η κατασκευή του απλή από δρυς, κλωνάκια με φύλλα μαζί ή φτέρες και ο φούρνος που κατασκευαζόταν από μπολτζόχωμα όπως και το καμίνι.(Φωτ. 9 Τζάκια σε σπιτοκάλυβα. Σε ερειπωμένο στα αριστερά και σε επιδιορθωμένο στα δεξιά.

Ο σταύλος « Στάνη» φτιαχνόταν με πυκνά ξύλα ελαφρά κυρτά σε στρόγγυλο σχήμα και από πάνω τοποθετούσαν και άλλα ξύλα οριζόντια και στις δύο πλευρές έβαζαν χερόβολα που ήταν φτιαγμένα από βρίζα ή φτέρες ή πελεκούδια και τα σκέπαζαν με αυτά Το σημείο αυτό που έμπαιναν τα ζώα λεγόταν γκουιάτα. Ένα ακόμη στοιχείο που προστέθηκε τα τελευταία χρόνια είναι η εξωτερική τουαλέτα με πρόχειρα υλικά και στέγαση με λαμαρίνες.

Τα σπιτοκάλυβα, κατασκευάζονταν από τους ίδιους τους χωρικούς μελλοντικούς ενοίκους με τη βοήθεια του χωριού. Στις μέρες μας τα περισσότερα σπιτοκάλυβα που συναντάμε έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό της δομής τους τσιμεντόλιθους που άρχισαν να αντικαθιστούν τα πετρόκτιστα από την δεκαετία του 60 και μετά. Όμως συναντούμε και πετρόκτιστα που ήταν η επικρατέστερη κατασκευαστική δομή με διαφορές μορφές τοιχοποιίας, υπήρχαν και ξύλινες. Τα πετρόκτιστα διακρίνονται σε αυτά με αργολιθοδοµή και ξυλοδεσιές όπου στο σώμα της τοιχοποιίας αναπτύσσονται οριζόντιοι ελκυστήρες από ξύλινα στοιχεία (ξυλοδεσιές) οι οποίες εξασφαλίζουν τη λειτουργία των διασταυρούμενων τοιχοποιιών ως ενιαίου δομικού στοιχείου (Φωτ. 10) Φωτ. 10 Πετρόκτιστο σπιτοκάλυβο με αργολιθοδοµή και οριζόντιες ξυλοδεσιές οι οποίες εξασφαλίζουν τη λειτουργία των διασταυρούμενων τοιχοποιιών ως ενιαίου δομικού στοιχείου.

Οι ξυλοδεσιές ήταν από διαλεγμένα κεδρίσια παλούκια µε διχάλες στην κορφή για να κουμπώσουν τα σταυρώματα και να δεθούν γερά. Σε άλλα συναντάμε τσατμά (Μπαγδατί) µε καρφωτές πήχεις & υποκείμενη αργολιθοδοµή (Φωτ. 11) και σε άλλα τσατμά. (Μπαγδατί) µε πλεκτά κλαδιά (Φωτ. 12) (Φωτ. 12 Τοιχοποιία με τσατμά. (Μπαγδατί) από πλεκτά κλαδιά.

Ο τσατμάς ήταν μια ελαφριά κατασκευή, με ξύλινο σκελετό. Ο σκελετός αποτελείται από κάθετους ορθοστάτες (ντιρέκια) που δένονται με οριζόντια ξύλα (ταμπάνια) και με διαγώνια ξύλα (παγιάντες) από φράψω. Ο ξύλινος σκελετός καλύπτονταν με ελαφρύτερα υλικά, όπως με μικρές πέτρες, άχυρα, κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια, πευκοτσίγκανα, ξερά πλιθιά και φυσικά με λάσπη. Ως συνδετικό υλικό και ως σοβά χρησιμοποιούσαν λάσπη από ασπρόχωμα και σβουνιές ζώων που το έπαιρναν από συγκεκριμένο σημείο στις δύο καστανιές και άλειφαν τους τοίχους. Το πάχος του τσατμά ήταν περίπου 0,20μ (Φωτ. 13). Φωτ. 13 Ο ξύλινος σκελετός καλύπτονταν με ελαφρύτερα υλικά, όπως με μικρές πέτρες, άχυρα, κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια, πευκοτσίγκανα, ξερά πλιθιά και φυσικά με λάσπη. Ως συνδετικό υλικό και ως σοβά χρησιμοποιούσαν λάσπη από ασπρόχωμα και σβουνιές ζώων που το έπαιρναν από συγκεκριμένο σημείο στις δύο καστανιές και άλειφαν τους τοίχους. Το πάχος του τσατμά ήταν περίπου 0,20μ. Η κατασκευή των εσωτερικών τοίχων γίνονταν με παρόμοιο τρόπο, δηλαδή με τσατμά, ωστόσο, ο ξύλινος σκελετός ήταν απλούστερος (Φωτ. 14). Αποτελούνταν μόνο από κατακόρυφα ξύλα τοποθετημένα ανά μισό μέτρο.