29.10.26

ΜΠΟΡΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΑ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;

Στη χώρα μας, κάθε προεκλογική περίοδος, που συχνά ξεκινά πολλούς μήνες πριν από τις εκλογές, συνοδεύεται από έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Ο δημόσιος διάλογος χαρακτηρίζεται πολλές φορές από πόλωση, αλληλοκατηγορίες και συγκρούσεις, που δεν περιορίζονται στους πολιτικούς αρχηγούς, αλλά επεκτείνονται και στους οπαδούς των κομμάτων.

Μέσα σ’ αυτήν την ταραγμένη ατμόσφαιρα κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, καθώς η αμαρτία όχι μόνο δεν κρύβεται, αλλά συχνά προβάλλεται ως αποδεκτός τρόπος ζωής, πολλοί ζητούν από την Εκκλησία να παρέμβει δυναμικά στα πολιτικά δρώμενα, θεωρώντας ότι έτσι θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα τα προβλήματα της κοινωνίας. Υπάρχουν μάλιστα και εκείνοι που επιθυμούν η Εκκλησία να ταυτιστεί με συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, ιδιαίτερα στο εξωτερικό.

Είναι όμως αυτή η αποστολή που της ανέθεσε ο Χριστός; Μπορεί η Εκκλησία να εμπλέκεται στην πολιτική ή να ταυτίζεται με πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι νέο. Απασχόλησε τους χριστιανούς σε όλες τις εποχές και εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο. Από τη μία πλευρά, οι πιστοί δεν αδιαφορούν για την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν. Οφείλουν να αγαπούν τον πλησίον τους, να εργάζονται για το καλό όλων και να προσεύχονται για όσους ασκούν εξουσία (Α΄ Τιμ. 2:1,2). Από την άλλη πλευρά, η αποστολή της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με την πολιτική δράση ούτε με την υποστήριξη κομμάτων και ιδεολογιών.

Ποια, λοιπόν, είναι η βιβλική θέση για τη σχέση Εκκλησίας και πολιτικής; Ποια είναι τα όρια της χριστιανικής συμμετοχής στα κοινά και ποιος είναι ο πρωταρχικός ρόλος της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο; Αυτά τα ερωτήματα θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Ο Ιησούς Χριστός μάς άφησε παράδειγμα. Παρότι σε μία περίπτωση τα πλήθη, που έβλεπαν τα θαύματά Του, ήθελαν να Τον ανακηρύξουν βασιλιά, Εκείνος αποσύρθηκε στο βουνό (Ιωάννης 6:15). Μπροστά στον Πιλάτο δήλωσε ξεκάθαρα: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από τον κόσμο τούτο» (Ιωάννης 18:36).

Ο Χριστός δεν ήρθε για να ιδρύσει ένα πολιτικό κίνημα ούτε για να κατακτήσει κρατική εξουσία. Ήρθε για να φέρει τη σωτηρία και να καλέσει τους ανθρώπους σε μετάνοια και πίστη. Αποκαλυπτική είναι, ακόμη, η απάντησή Του στο ερώτημα που του έθεσαν οι Φαρισαίοι, για να Τον παγιδέψουν, αν πρέπει να δίνει φόρο για τον Καίσαρα: «Αποδώστε, λοιπόν, στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα, και στον Θεό εκείνα που ανήκουν στον Θεό» (Ματθαίος 22:21). Με τα λόγια αυτά ο Ιησούς αναγνώρισε την πολιτική εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και τη θεϊκή εξουσία.

Οι απόστολοι ακολούθησαν την ίδια πορεία. Δεν επιδίωξαν πολιτική επιρροή ούτε συμμετείχαν στους πολιτικούς αγώνες της εποχής τους. Το κύριο έργο τους ήταν το κήρυγμα του Ευαγγελίου και η ίδρυση εκκλησιών. Ο απόστολος Παύλος προτρέπει τους πιστούς να σέβονται και να υπακούν στις αρχές, καθώς αυτό θέλει ο Θεός (Ρωμαίους 13:1,7). Σε περίπτωση όμως που οι ανθρώπινες εντολές συγκρούονται με τον Λόγο του Θεού, η θέση του χριστιανού είναι σαφής: «Είναι επιβεβλημένο να πειθαρχεί κανείς στον Θεό παρά στους ανθρώπους» (Πράξεις 5:29).

Η ιστορία δείχνει ότι, όταν η Εκκλησία ταυτίστηκε με πολιτικά συστήματα και κόμματα, έχασε την πνευματική της δύναμη, επιρροή και αξιοπιστία. Αντί να αποτελεί φως και αλάτι στον κόσμο, κινδύνευσε να γίνει μέρος των κοινωνικών διαιρέσεων. Η πολιτικοποίηση της πίστης δημιουργεί πόλωση και διαίρεση μεταξύ των μελών της εκκλησίας και της κοινότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χριστιανοί δεν μπορούν να συμμετέχουν στα κοινά. Ως πολίτες έχουν δικαιώματα. Μπορούν να ψηφίζουν, να εκφράζουν απόψεις, να υπηρετούν την κοινωνία, ακόμη και να αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα. Στην ιστορία υπήρξαν πολιτικοί με έντονη χριστιανική συνείδηση, όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Αβραάμ Λίνκολν και ο Ρομπέρ Σουμάν. Η παρουσία τους υπενθυμίζει ότι ένας πιστός μπορεί να υπηρετήσει τον συνάνθρωπό του και μέσα από δημόσιες θέσεις.

Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η προσωπική πολιτική συμμετοχή ενός χριστιανού και άλλο η επίσημη ανάμειξη της Εκκλησίας στην πολιτική. Ιδιαίτερα όσοι έχουν πνευματική διακονία, όπως, π.χ. ποιμένες, πρεσβύτεροι, ιεραπόστολοι και εκκλησιαστικοί εργάτες, οφείλουν να προσέχουν, ώστε η μαρτυρία τους να μην ταυτίζεται με κομματικές επιλογές. Σοφό ε΄ναι Η Εκκλησία δεν καλείται να γίνει φερέφωνο κάποιου πολιτικού κόμματος αλλά η φωνή του Χριστού.

Η Μεγάλη Αποστολή που έδωσε ο Κύριος στους μαθητές Του, δεν ήταν να αλλάξουν τον κόσμο μέσω πολιτικών μεταρρυθμίσεων, αλλά να μαθητεύσουν τα έθνη (Ματθαίος 28:19-20). Μετά την Πεντηκοστή οι απόστολοι δεν οργάνωσαν πολιτικά κινήματα ούτε επιδίωξαν την ανατροπή των εξουσιών. Κήρυτταν τον σταυρωμένο και αναστημένο Χριστό και καλούσαν τους ανθρώπους σε σωτηρία.

Η πραγματική αλλαγή της κοινωνίας αρχίζει από τη μεταμόρφωση της ανθρώπινης καρδιάς. Οι νόμοι μπορούν να ρυθμίσουν τη συμπεριφορά, αλλά μόνο το Ευαγγέλιο μπορεί να αλλάξει τον εσωτερικό άνθρωπο. Γι’ αυτό η μεγαλύτερη συνεισφορά της Εκκλησίας δεν είναι η πολιτική επιρροή αλλά η πνευματική αναγέννηση των ανθρώπων.

Στις ημέρες μας, όπου η τοξικότητα και ο διχασμός χαρακτηρίζουν συχνά τον δημόσιο διάλογο, η Εκκλησία καλείται να παραμείνει προσηλωμένη στην αποστολή της. Να κηρύττει την αλήθεια με αγάπη, να υπηρετεί τους ανθρώπους, να υπερασπίζεται τις βιβλικές αξίες και να αποτελεί σημείο ενότητας μέσα σε έναν διαιρεμένο κόσμο.

Οι χριστιανοί οφείλουν να είναι υποδειγματικοί πολίτες, τίμιοι και συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Πάνω από κάθε ανθρώπινη εξουσία, όμως, αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Θεού, ο Οποίος «βασιλιάδες κατεβάζει κι ανεβάζει» (Δανιήλ 2:21). Η ελπίδα της Εκκλησίας δεν βρίσκεται σε κυβερνήσεις, κόμματα ή ιδεολογίες αλλά στον Ιησού Χριστό,

Η Εκκλησία υπηρετεί καλύτερα τον κόσμο, όταν παραμένει πιστή στο Ευαγγέλιο. Δεν καλείται να κατακτήσει πολιτική εξουσία, αλλά να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας, της αγάπης και της ελπίδας, που μόνον ο Χριστός μπορεί να προσφέρει.

Γ.Σ.Κ.