Το Μέγαρο Μαξίμου εδώ και καιρό έχει χαράξει, μια κόκκινη, γραμμή απέναντι σε κάθε εξαγγελία, ότι θα συνοδεύεται από δύο ερωτήματα, πόσο κοστίζει και από πού θα βρεθούν τα χρήματα. Αυτό είναι το «costing war» που έχει ανοίξει το Μαξίμου και αναμένεται να κλιμακώσει στη ΔΕΘ, επιχειρώντας να μεταφέρει τη συζήτηση από το ύψος των υποσχέσεων στον λογαριασμό που τις συνοδεύει.
Και στο βάθος υπάρχει ήδη το επόμενο ραντεβού. Από την 1η Νοεμβρίου τα κόμματα θα έχουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να στείλουν οικονομικές προτάσεις τους στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο για ανεξάρτητη κοστολόγηση. Εκεί θα αποκτήσει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον όχι μόνο ποιοι θα μπουν στη διαδικασία, αλλά και ποιοι θα επιλέξουν να δημοσιοποιήσουν τα αποτελέσματα.
Η πρόγευση με το ΠΑΣΟΚ
Το πρώτο δείγμα του «costing war» έχει ήδη δοθεί. Ο Παύλος Μαρινάκης είχε καλέσει τον Νίκο Ανδρουλάκη να καταθέσει ως πρόταση νόμου τη λεγόμενη «13η σύνταξη», ώστε να λάβει έγγραφη κοστολόγηση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αμφισβητώντας ευθέως τα 450 εκατ. ευρώ στα οποία το ΠΑΣΟΚ υπολόγιζε την παρέμβαση.
Η πίεση αυτή θα γίνει πιο συστηματική όσο ξεδιπλώνονται τα προγράμματα στη Θεσσαλονίκη. Και πίσω από τη μάχη των αριθμών υπάρχει σαφής πολιτική στόχευση. Το Μαξίμου δεν αντιμετωπίζει ως ταυτόσημες τις προτάσεις Τσίπρα και Ανδρουλάκη, θα επιδιώξει όμως να τις φέρνει διαρκώς αντιμέτωπες με τα ίδια ερωτήματα: βγαίνει ο λογαριασμός και, αν ναι, ποιος τον πληρώνει;
Ειδικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, η τακτική αυτή έρχεται να κουμπώσει με τη γραμμή περί «πράσινου ΣΥΡΙΖΑ», την οποία η κυβέρνηση έχει ήδη επαναφέρει στην αντιπαράθεση για τα κόκκινα δάνεια. Η επιδίωξη είναι να πιέζεται η Χαριλάου Τρικούπη κάθε φορά που το Μαξίμου θεωρεί ότι οι προτάσεις της κινούνται στην ίδια οικονομική λογική με εκείνες του Τσίπρα.
Τα 3 στοιχήματα
Η σύγκρουση, πάντως, δεν περιορίζεται στο ποιος έχει το σωστό κομπιουτεράκι. Στη Θεσσαλονίκη συγκρούονται τρεις διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις με κοινό πεδίο την οικονομία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να αντιπαραβάλει στις προτάσεις των αντιπάλων του ένα πακέτο με συγκεκριμένα δημοσιονομικά όρια, αλλά αρκετό πολιτικό βάρος ώστε να φτάσει σε κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που έχουν απομακρυνθεί από τη ΝΔ. Στο κυβερνητικό επιτελείο επενδύουν ξανά στο «διαβατήριο αξιοπιστίας»: στην εικόνα μιας κυβέρνησης που μπορεί να μειώνει φόρους και να ενισχύει εισοδήματα χωρίς να ανοίγει τρύπες στον προϋπολογισμό.
Ο Αλέξης Τσίπρας, από την άλλη, χρειάζεται το οικονομικό πρόγραμμα για να ενισχύσει την εικόνα της κυβερνητικής εναλλακτικής. Αυτό ακριβώς ανεβάζει και τον πήχη της κοστολόγησης: όσο περισσότερο οι προτάσεις παρουσιάζονται ως πρόγραμμα διακυβέρνησης και όχι ως αντιπολιτευτικές εξαγγελίες, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πίεση για συγκεκριμένες απαντήσεις στο «πόσο» και στο «πώς».
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει να δώσει μάχη σε δύο μέτωπα. Να αποκρούσει την κυβερνητική επίθεση στην οικονομική αξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ και ταυτόχρονα να κρατήσει καθαρή απόσταση από τον Τσίπρα, ώστε η σύγκριση των δύο προγραμμάτων να μην τον εγκλωβίσει στη μάχη για το ποιος εκφράζει την εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ.
Ο Νοέμβριος και ο ανεξάρτητος λογαριασμός
Η αντιπαράθεση της ΔΕΘ, πάντως, θα έχει συνέχεια. Από την 1η Νοεμβρίου 2026 ενεργοποιείται η νέα διαδικασία του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου για την αξιολόγηση προεκλογικών οικονομικών προτάσεων. Η συμμετοχή είναι εθελοντική και κάθε κόμμα θα μπορεί να υποβάλει άπαξ έως δέκα μέτρα προς αξιολόγηση, ώστε να εξεταστεί ο δημοσιονομικός και οικονομικός αντίκτυπός τους.
Κάπου εκεί βρίσκεται, σύμφωνα με την κυβέρνηση, το πολιτικό ενδιαφέρον που θα μετατοπιστεί στο ποιος είναι διατεθειμένος να βάλει τις δικές του προτάσεις σε ανεξάρτητο έλεγχο. Και ακόμη περισσότερο, ποια κόμματα θα επιλέξουν να δημοσιοποιήσουν τις κοστολογήσεις που θα λάβουν.
πηγη
