Δήμητρα, πώς γεννήθηκε το ερώτημα «Εσύ πού ήσουν;» και τι σημαίνει για σένα;
Σχεδόν αυθόρμητα, ύστερα από συζήτηση με τον εντεκάχρονο εγγονό μου. Γιατί μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι στα διηγήματα μού δινόταν η (αυθόρμητη) αφορμή να αναρωτηθώ για στιγμές όπου κάτι κρίσιμο συμβαίνει (ιστορικά, κοινωνικά ή προσωπικά) και για την παρουσία ή απουσία του ατόμου σε αυτό. Κι όταν μιλώ για το άτομο, εννοώ και τους ίδιους τους ήρωες, τους αναγνώστες/τις αναγνώστριες, πρωτίστως όμως εμένα την ίδια.
Τι σε απασχολεί περισσότερο στη σύγχρονη κοινωνία, όπως αποτυπώνεται στις ιστορίες σου;
Η απουσία του έρωτα και του οράματος, προσωπικού και συλλογικού, που επιδιώκει το λογικά ανέφικτο· της ματιάς που αγκαλιάζει, που δεν είναι ηδονοβλεπτική, μελοδραματική, αδιάκριτη. Η επινοητικότητα του ανθρώπου στο να κατασπαράζει τον άλλον, να τον εκθέτει αδιάκριτα. Οι άνθρωποι που είναι κατηγορηματικοί, βέβαιοι για την ηθική τους, κάθετοι για το τι ορίζουν ως καλό και κακό, που αφορίζουν και εξορίζουν το τυχαίο και απρόβλεπτο, το απίθανο, το ονειρικό, το αδύνατο, το κρυμμένο, σχεδόν από καταβολής, που νομίζουν ότι ορίζουν τη ζωή. Η συνήθεια, κατάσταση ασυνείδητη, μέθοδος ασφαλής για να αποφεύγονται οι Σειρήνες της ανατροπής. Το «Εσύ πού ήσουν;» νομίζω (κοιτάζοντάς το πια από απόσταση) ότι είναι μια κινούμενη άμμος στις βεβαιότητές μας, σπέρνει αμφιβολίες για το αληθινό και το ψεύτικο, φωτίζει τις «σιωπές» και τα ανείπωτα μέσα από ήρωες που πάσχουν, επηρεάζονται και παρασύρονται πέρα από κάθε επιταγή της λογικής.
Πώς διαχειρίζεσαι το θέμα της βίας;
Αυτό που συνηθίζω να λέω σε μαθητευόμενους μάγους στην τέχνη του θεάτρου, είναι ότι ένας λόγος που ασχολούμαστε με το θέατρο είναι για να ρίξουμε λίγο φως στη σκοτεινιά του ανθρώπου, στα ανεξερεύνητα ερεβώδη βάθη που συχνά ορίζουν και καθορίζουν ανεπίγνωστα τη ζωή· στην εγγενή και επίκτητη βία, στα στερεότυπα που μέσα στους αιώνες έχουν πάρει τη μορφή της απαράλλακτης κληρονομικότητας, του DNA. Κι αυτό με την ελπίδα ότι, έχοντας συνείδηση της ύπαρξης του σκότους, ίσως και να μπορέσουμε κάπως να το αποφύγουμε.
Πόσο επηρεάζει η θεατρική σου εμπειρία τη γραφή των διηγημάτων σου;
Δύσκολη ερώτηση. Αν γίνεται, συμβαίνει χωρίς να το καταλάβω.
Τι θα ήθελες να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο σου;
Πολύ θα ήθελα να κρατήσει τις στιγμές (λίγες αλλά υπαρκτές) του χιούμορ. Γιατί το γέλιο είναι ιερό, διαλυτικό αμφιβολιών και φόβων, ανατρεπτικό της μαθημένης τάξης, χλευαστικό απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, ελπιδοφόρο ότι μπορεί να πράγματα να αλλάξουν. Πολύ θα ήθελα να γράψω καθαρή κωμωδία. Όμως δεν τα καταφέρνω.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
