Τα καλοκαίρια μ’ έψησαν,
και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζιοι·απόψε μου ποθεί η καρδιά,
πότε να ‘ρθει μες στα κλαριά
ο θείος βοριάς και το χαλάζι...
Μ’ αρέσουν τώρα οι σκοτεινιές,
κι οι ουρανοί οι συννεφιασμένοι,
που ‘ναι σιγά κι αφτιασίδωτα —
καθώς η σκέψη μου η βαθειά,
κι οι πιο γλυκές μου πεθυμιές,
κι οι λυπημένες μου οι ελπίδες.
