(Αλεξάνδρεια, 10 Μαΐου 1878 - Αθήνα, 25 Ιουλίου 1967)
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης δεν υπήρξε απλώς ζωγράφος· υπήρξε λειτουργός μιας αόρατης τελετής, ιερουργός ενός φωτός που δεν ανήκει στον κόσμο των αισθήσεων. Στο έργο του η ύλη υποχωρεί, σαν να ντρέπεται μπροστά στην καθαρότητα της μορφής. Το χρώμα δεν απλώνεται· αναδύεται. Η γραμμή δεν περιγράφει, προσεύχεται. Κάθε σχήμα μοιάζει να έχει περάσει από μια μυστική δοκιμασία, σαν να έχει καθαρθεί πριν επιτραπεί να εμφανιστεί στον καμβά. Ο Παρθένης δεν ζωγραφίζει το ορατό· ζωγραφίζει την ανάμνηση του ορατού, την πρώτη του σύλληψη μέσα στον νου πριν ακόμη αποκτήσει βάρος, σκιά, υλικότητα.
Οι μορφές του δεν κατοικούν στον χρόνο. Στέκουν σε μια ενδιάμεση περιοχή, εκεί όπου η αρχαϊκή αυστηρότητα συναντά τη βυζαντινή άυλη γαλήνη. Είναι πλάσματα που δεν γεννήθηκαν, αλλά αποκαλύφθηκαν. Οι γυναίκες του μοιάζουν με ιέρειες μιας άχρονης Ελλάδας, μιας Ελλάδας που δεν έχει ιστορία αλλά μνήμη. Οι άγγελοί του δεν είναι θρησκευτικές φιγούρες· είναι φορείς μιας ανώτερης τάξης, σαν να προέρχονται από έναν τόπο όπου το φως δεν φωτίζει, αλλά θεσπίζει. Οι θεότητες του δεν είναι μυθολογικές· είναι αρχέτυπα της καθαρότητας, μορφές που θυμούνται την τελειότητα πριν ακόμη υπάρξει κόσμος.
Ο Παρθένης δεν αναζητά την πιστή αναπαράσταση· αναζητά την πρωταρχική μορφή, εκείνη που προηγείται της ύλης όπως η ιδέα προηγείται του πράγματος. Γι’ αυτό και ο χώρος του είναι επίπεδος: δεν χρειάζεται βάθος, γιατί το βάθος βρίσκεται στην πνευματική ένταση του φωτός. Γι’ αυτό και η προοπτική του καταλύεται: δεν υπάρχει ανάγκη για οργάνωση του ορατού, όταν το ορατό είναι απλώς ένα ίχνος του νοητού. Γι’ αυτό και οι γραμμές του μοιάζουν με ψαλμωδία: δεν περιγράφουν, τελούν. Η ζωγραφική του δεν είναι παράσταση· είναι μυστήριο.
Στο έργο του ο κόσμος δεν αντιγράφεται· εξαγνίζεται. Η μίμηση γίνεται άσκηση, σχεδόν κάθαρση. Το τοπίο δεν είναι τόπος· είναι σύμβολο τόπου. Το σώμα δεν είναι σώμα· είναι μνήμη σώματος. Το χρώμα δεν είναι ύλη· είναι φως που αναζητά την πηγή του. Κάθε μορφή μοιάζει να έχει περάσει από μια εσωτερική δοκιμασία, σαν να έχει απογυμνωθεί από το τυχαίο, το πρόσκαιρο, το περιττό. Αυτό που μένει είναι η ουσία, η καθαρή αναπνοή της μορφής.
Ο Παρθένης ζωγραφίζει σαν να τελεί μια αθόρυβη λειτουργία. Ο καμβάς του είναι ένα άδυτο όπου η ύλη μεταμορφώνεται σε ιδέα. Η Ελλάδα του δεν είναι χώρα· είναι φως που θυμάται τον εαυτό του. Δεν είναι τοπίο· είναι η ψυχή του τοπίου πριν ακόμη γίνει γη και ουρανός. Δεν είναι ιστορία· είναι η αίσθηση της αιωνιότητας που διαπερνά την ιστορία. Στο τέλος, ο Παρθένης δεν ζωγραφίζει τον κόσμο· ζωγραφίζει την ιδέα του κόσμου. Και δεν ζωγραφίζει την Ελλάδα· ζωγραφίζει την Ελλάδα όπως θα την ήθελε η ψυχή, αν της επιτρεπόταν για μια στιγμή να δει τον εαυτό της μέσα στο καθαρό φως.
Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1930-1933
Λάδι σε καμβά, 371 x 380 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη
