3.4.26

Ο φιλόλογος και συγγραφέας Αντώνης Μπιτσιάνης γράφει για το βιβλίο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ της Φάνυς Κουντουριανού -Μανωλοπούλου

Ο «Έρωτας στις φλόγες του πολέμου», που εκτυλίσσεται σε δεκαεφτά κεφάλαια ανεπτυγμένα σε 207 σελίδες, είναι ένα ιστορικό – ρομαντικό μυθιστόρημα, ένα λογοτεχνικό δηλαδή έργο, όπου η συγγραφέας πλέκει μια φανταστική ιστορία (μυθοπλασία) με πραγματικά ιστορικά γεγονότα, πρόσωπα και εποχές. Για λόγους οικονομίας χρόνου, απλώς θα επισημάνω ότι τηρήθηκαν από τη συγγραφέα οι δύο βασικές προϋποθέσεις του ιστορικού μυθιστορήματος, δηλαδή η δράση λαμβάνει χώρα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και επίσης στο μυθιστορηματικό σώμα αναπαριστάνονται με πιστότητα οι συνήθειες και η νοοτροπία της περιόδου. Με άλλα λόγια, η αγαπητή Φάνυ συνδυάζει φαντασία και πραγματικότητα, δείχνοντας πώς ο έρωτας συναντά την ιστορία που καθορίζει αποφασιστικά τις προσωπικές ζωές των ανθρώπων. Αυτή η ιδιότυπη λογοτεχνική κατασκευή, θα έλεγα, καθώς κινείται στα όρια της μυθοπλασίας και της ιστορικής προβολής, δε δίνει μόνο βαρύτητα και προσοχή στην ανασύσταση μιας ταραγμένης εποχής, αλλά προβάλλει και την ανθρώπινη κατάφαση στο μοναδικό αγαθό της ζωής με προσήλωση στην αφηγηματική πλαστικότητα και με μια αφηγηματική καθαρότητα που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό εγχείρημα μεθοδικό, καλογραμμένο, ισορροπημένο. Δεν επαναστατεί στη φόρμα ούτε διεκδικεί μεταμοντέρνες πρωτοτυπίες. Αντίθετα με λιτότητα και ευθύτητα μας θυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο τόπος φαντασίας, αλλά και μέσο για να διασωθεί η ανθρώπινη εμπειρία. Η εστίαση είναι μηδενική, δηλαδή, με απλά λόγια, η εκτύλιξη της πλοκής βασίζεται στη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, που περιγράφει, ερμηνεύει και σχολιάζει, ενώ ο κειμενικός ιστός εμπλουτίζεται και με τις φωνές των λογοτεχνικών προσώπων, προσαρμοσμένες στο ήθος και τον χαρακτήρα τους.
  
Η εικονιστική απόδοση του εξωφύλλου δεν παράγει απλώς τη συνήθη αναγνωστική αντίδραση ούτε υπακούει μόνο στις ευθύγραμμες ανάγκες μιας αισθητικής ή της αγοράς· πάνω απ’ όλα αναπαριστά την ομορφιά μιας αληθινής σχέσης δύο φερέλπιδων νέων, την ανάσα της ψυχής που φλέγεται τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά από τις φλόγες του πολέμου. Η αγάπη τους ως φεγγοβολή της συνύπαρξης και της ευτυχίας, υποδηλώνεται μέσω των ματιών που είναι η δίοδος για την πλημμυρίδα των συναισθημάτων και ο φορέας της επιθυμίας, καθώς ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή, την πληρότητα και την αρτίωση της ύπαρξής μας. Ωστόσο, αυτή η όμορφη σκηνή αίρεται τόσο από τη στολή του νεαρού όσο κυρίως από τον τίτλο και το αιματοβαμμένο τοπίο, καθώς όλα υπαινίσσονται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένος ο έρωτάς τους και τα διλήμματα που υπαγορεύουν οι σκληρές πολεμικές συνθήκες. Η εικόνα μιας γαλήνιας ερωτικής σκηνής περικυκλωμένη από τη διάχυτη ατμόσφαιρα της ζοφερής πραγματικότητας γεννά εντέλει υπαρξιακή αγωνία και φόβους για το μέλλον.

Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται ο ερωτικός δεσμός του Άγγλου λοχαγού Τζον Φίλιπς και της Αργυρώς, νεαρής Ελληνίδας φοιτήτριας, στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του επάρατου εμφυλίου. Η σχέση τους, όπως γίνεται φανερό, ανθίζει μέσα σ’ έναν κόσμο που καίγεται από τις φλόγες του πολέμου, σφυρηλατείται από αυτές αλλά και δοκιμάζεται από τις κακουχίες, τους κινδύνους, τη βία και τις πολιτικές αναταραχές. Οι ήρωές μας βρίσκονται μπροστά σε σκληρά διλήμματα: θα θυσιάσουν την αγάπη και τις αξίες τους για να επιβιώσουν ή θα επιλέξουν τον αγώνα, το αυτοθυσιαστικό πνεύμα και την αξιοπρέπεια, καθώς η ιστορία εισβάλλει ως τυφώνας στη ζωή τους και η καταδρομή της μοίρας δεν αφήνει περιθώρια αποχής και ουδετερότητας; Το καίριο, λοιπόν, ζητούμενο είναι αν θα αποδυθούν σ’ έναν αγώνα ουσιώδους ζωής ή θα στραφούν προς τη μιζέρια του μικροαστισμού και της χαμοζωής. Ο χώρος του μυθιστορήματος είναι η Πιερία, η Θεσσαλονίκη, όλη η Ελλάδα, που αποτελεί θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και η Μέση Ανατολή, η Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, όπου οι ήρωες αγωνίζονται και υπηρετούν τις ακατάλυτες πανανθρώπινες αξίες. Η συγγραφέας επιδιώκει να φωτίσει τις εσωτερικές αντιστάσεις και την ανθρώπινη αντοχή απέναντι στη βία, αλλά και να αναδείξει τη δύναμη της αγάπης σε σκοτεινές εποχές, εμβαθύνοντας στις ρωγμές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπου σκιαγραφείται η μικρότητα και η μεγαλοσύνη και ανιχνεύονται τα όρια του ανθρώπινου «είναι».

Το έργο υφαίνει με λυρισμό τον έρωτα και με ρεαλισμό την ιστορική πραγματικότητα, εξαίροντας τον αληθινό έρωτα σ’ έναν κόσμο που καταρρέει. Μέσα στη λαίλαπα του πολέμου το ζευγάρι κρατά όρθια και αμόλυντη την αγάπη δημιουργώντας μια αξιοζήλευτη οικογένεια που, αφού έμεινε στο Λονδίνο τα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού, έρχεται και εγκαθίσταται στην Ελλάδα το 1950, όπου οι δύο νέοι διακονούν την επιστήμη της φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ύστερα από τη συνοπτική παράθεση της ιστορίας, θα αποπειραθώ να σχολιάσω ορισμένα καίρια, κατά την άποψή μου, στοιχεία που προκύπτουν έμμεσα και υπαινικτικά μέσα από τα διάκενα των γραμμών του έργου.

1. Ο έρωτας στις φλόγες του πολέμου είναι ένα συναισθηματικά φορτισμένο έργο με πλούσιο ιστορικό και γεωγραφικό βάθος, με δραματική ένταση και συναισθηματικό πάθος αλλά και έντονα μοτίβα. Η παράθεση σκηνικών από την Πιερία και άλλες περιοχές της Ελλάδας αλλά και από τη Μέση Ανατολή φέρνει τον αναγνώστη κοντά στην επίγευση της ιστορίας και του προσωπικού δράματος των ηρώων. Ο έρωτάς τους είναι γεμάτος ελπίδα αλλά ταυτόχρονα ζωσμένος από απειλές που επιβάλλουν οι πολεμικές συνθήκες. Η αφήγηση συχνά διακόπτεται από τις περιγραφές που επιβραδύνουν τον έντονο ρυθμό της αφήγησης, δίνουν σκηνικό βάθος στη δράση αλλά και μια ανάσα στον αναγνώστη από τη διαρκή ένταση, τις ανατροπές και τις απροσδόκητες εξελίξεις, καθώς δεν είναι μόνο η αγωνία από την έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων αλλά και η διαρκής πάλη του ανθρώπου με τον εαυτό του.

2. Το έργο αποκαλύπτει έκτυπα πως ο έρωτας γίνεται στάση ζωής και πράξη αντίστασης σε δύσκολες εποχές. Αναδεικνύει τη δύναμη του ανθρώπου να σταθεί όρθιος ακόμη και όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Η δημιουργός επιβεβαιώνει ότι η αληθινή αγάπη δεν είναι απόδραση από την ιστορία αλλά συμμετοχή σε αυτήν με γενναιότητα ψυχής, θάρρος και αλήθεια. Η Φάνυ ακολουθώντας την εσωτερική φωνή της εντιμότητας αναζητάει επίμονα την πεμπτουσία της ζωής και την ουσία του ανθρώπινου προορισμού. Ο συγγραφικός αυτοστοχασμός σε εναποθέτει πέρα από τον πειρασμό να ξεχωρίσεις το επινοημένο/το πεποιημένο από το πραγματικό. Οι φλόγες του πολέμου συμβολίζουν όχι μόνο τις πραγματικές μάχες αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις των ανθρώπων. Με άλλα λόγια οι φλόγες καίνε τις ζωές αλλά και τις αποκαθαίρουν ανάγοντάς τες σε νέες αρχές και αξίες. Έτσι, ο έρωτας μέσα στη λαίλαπα του πολέμου ουσιώνεται και νευρώνεται ως ελπίδα και αναγέννηση, καθώς μεταστοιχειώνεται σε αντίσταση απέναντι στη διάχυτη φρίκη, για να δείξει πως η ζωή είναι εφικτή ακόμη και όταν τα πάντα είναι μαύρα και σκοτεινά. Έτσι, τα αγνά αισθήματα νοηματίζουν και περισώζουν πρόσωπα και στάσεις ζωής από τη μοιραία φθορά του χρόνου, των ανθρώπινων σχέσεων και συνθηκών. Γιατί επιβίωση χωρίς αξίες σημαίνει απώλεια της ψυχής. Μόνο η θυσία για την αξιοπρέπεια οδηγεί στη δικαίωση και στην αυταξία της ανθρώπινης οντότητας.

3. Ο έρωτας ως λυτρωτική διαφυγή αποκτά πολύσημο χαρακτήρα. Έτσι κατ’ αρχάς, μέσα στο χάος μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης πλημμυρισμένης από θηριωδίες και κτηνώδη βία, ο έρωτας των δύο ηρώων γίνεται καταφύγιο και αντίσταση. Είναι η απόδειξη ότι, παρά τις φλόγες γύρω τους, υπάρχει κάτι ιδεώδες και υψηλό που αξίζει να υπερασπιστούν. Έπειτα ο έρωτας μετατρέπεται σε στοιχείο υπέρβασης της ιστορίας. Και καθώς ο πόλεμος είναι απρόσωπος και ανελέητος, ο έρωτας αντίθετα είναι προσωπικός και ανθρώπινος, καθώς οι ήρωες με την κινητήρια δύναμή του ξανακερδίζουν την ατομικότητα απέναντι στην ανωνυμία του πολέμου. Έτσι υπερβαίνουν τον φόβο και αντιμετωπίζουν με θάρρος τις ιστορικές συνθήκες. Ακόμη, ο έρωτας λειτουργεί ως λύτρωση της ψυχής, ως κάθαρση ακόμη κι αν το τέλος είναι τραγικό και γεμάτο απώλειες. Χαρίζει νόημα στη θυσία, εξορίζει την εχθροπάθεια και το μίσος και αφήνει ένα στέρεο αποτύπωμα ανθρωπισμού και αισιοδοξίας. Τελικά ο έρωτας δεν είναι μόνο μια προσωπική ιστορία αλλά σύμβολο ζωής και ελευθερίας αποκαλύπτοντας πως η αληθινή νίκη του ανθρώπου απέναντι στην ιστορία είναι η ικανότητά του να συγχωρεί και να αγαπά. Ο πόλεμος είναι θάνατος και διάλυση, ο έρωτας αντίθετα ζωή, ενότητα και ελπίδα, Συνεπώς ο έρωτας λειτουργεί ως ύστατη λύτρωση, όχι μόνο για τους ήρωες αλλά για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

4. Το έργο, πυκνό, πολυπρόσωπο, πολυφωνικό, διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός απολαυστικού μυθιστορήματος. Ο έρωτας των ηρώων μας, Τζον και Αργυρώς, δεν είναι απλώς προσωπικό πάθος. Είναι η ενσάρκωση της ζωής απέναντι στον θάνατο και γι’ αυτό έχει χαρακτήρα υπερβατικό και αντιστασιακό. Δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά σύγκρουση με τη σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα με στόχο την επικράτησή του. Αίσθηση χρέους, αλλά και θαλπωρή και ευδία της καρδιάς, αίσθημα πληρότητας και ευδαιμονίας και κυρίως ένας ιδεώδης/υπερβατικός έρωτας είναι το ευδιάκριτο πλαίσιο όπου εγκιβωτίζεται η δράση των ηρώων και η εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι ο αφηγημένος λόγος δεν είναι απλώς μια σύμβαση, αλλά μιλάει στην ψυχή μας και μας ταξιδεύει, καθώς φτάνει στ’ αυτιά μας ο ψίθυρος της τυπωμένης λέξης, που αποδίδει με τέχνη και ομορφιά τη μυστική γλώσσα των πραγμάτων και το ήθος των ηρώων.

Ακόμη και η γεωγραφική διασπορά του έργου (Αλεξάνδρεια – Κάιρο) στον χώρο συμβολίζει την εξορία αλλά και την αναζήτηση της ελευθερίας, όπου ο ξένος τόπος γίνεται καταφύγιο αλλά και δοκιμασία. Κάτι ανάλογο ισχύει και με τα πρόσωπα. Ο Τζον Φίλιπς είναι η ενσάρκωση της διεθνούς αλληλεγγύης και του ήθους του ξένου που γίνεται «δικός» μας. Η Αργυρώ συμβολίζει την Ελλάδα, νέα, όμορφη, πολύπαθη αλλά και περήφανη. Η σχέση τους αντικατοπτρίζει τον δεσμό της χώρας μας με τους συμμάχους. Ο πόλεμος, τέλος, γίνεται ο καθρέφτης της θνητότητας και της ανάγκης για αναζήτηση νοήματος ύπαρξης.

5) Οι ερωτικές στιγμές των πρωταγωνιστών είναι όμορφες ανάσες ζωής χωρίς κοινότοπες συναισθηματικές διαχύσεις, γιατί ο έρωτας εκπορεύεται από την αυθορμησία των προσώπων και από μια πνοή αλήθειας, που δε βουλιάζει στην πεζολογία, αλλά βεβαιώνει γνήσια την κυριαρχία της ψυχής ως φορέα αισθημάτων. Ο δρόμος για τον έρωτα παρουσιάζεται ως ανάβαση, δοκιμασία και αποστολή, που υπηρετεί την ποιότητα των σχέσεων, το μοίρασμα και την ολοκλήρωση της ζωής. Ο άγιος αυτός δεσμός πίστης και αφοσίωσης μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου αισθητοποιείται ως γόνιμη πράξη και ως περίσσευμα εσωτερικού θησαυρού. Η μία ύπαρξη ξοδεύεται για τον άλλον, ονειρεύεται κόσμους καινούργιους, δίκαιους και ηθικούς, όπου δε φθείρονται ιδέες και πρόσωπα. Γιατί μόνον τότε κυλάει ευφρόσυνα η ζωή, όταν αρδεύεται από την πηγή της αγάπης που βρίσκεται στη ρίζα του «είναι» μας.

(διαβάζω ένα απόσπασμα του βιβλίου, σελ.57-58)

6) Στο βιβλίο η ιστορική παράμετρος είναι διάχυτη, ενσωματωμένη τόσο στην πλοκή όσο και στη γλώσσα. Το έργο αντλεί θεματικά από πραγματικά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, για να αποτυπώσει την εποχή με τις αξίες, τις ιδέες και τα προβλήματά της. Η ιστορία με άλλα λόγια γίνεται το σκηνικό ή το πλαίσιο, για να διερευνηθούν τα κίνητρα, τα συναισθήματα, οι σιωπές που η επίσημη ιστοριογραφία αποσιωπά ή αγνοεί. Άλλωστε, η ιστορία στοχεύει στην αλήθεια των γεγονότων, ενώ η λογοτεχνία στην αλήθεια της εμπειρίας. Πάντως οι αναφορές σε πραγματικούς τόπους και εποχές δίνουν εγκυρότητα υφαίνοντας επιμελώς το πλαίσιο για την προσωπική ιστορία των ηρώων. Οι στρατιωτικές κινήσεις και μάχες περιγράφονται με ρεαλιστικές λεπτομέρειες. Βεβαίως σε ένα μυθιστόρημα τα ιστορικά γεγονότα λειτουργούν κυρίως ως φόντο και κινητήρια δύναμη της πλοκής και των ηρώων. Η δημιουργός δεν περιορίζεται μόνο στην πολεμική διάσταση αλλά προβάλλει και την κοινωνική πλευρά του πολέμου. Η ιστορική πλοκή ενισχύεται με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της εποχής, που δίνουν αληθοφάνεια και αντικειμενικότητα στο έργο. Οι ήρωες δε βιώνουν απλώς γεγονότα, αλλά αναμετριούνται με ηθικές, ψυχικές και συναισθηματικές συνέπειες. (διαβάζω, σελ. 122 -123)
Με την ευκαιρία αυτή να επισημάνω ότι τα τελευταία χρόνια στο μυθιστορηματικό σχέδιο μπαίνει όλο και συχνότερα η ιστορία, που ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας. Αρκεί να θυμηθούμε τα ομηρικά έπη για να κατανοήσουμε αυτή την αδιαχώριστη σχέση, τη διαρκή ώσμωση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές πνευματικής δραστηριότητας. Είναι αδύνατο να δημιουργηθεί οποιοδήποτε έργο σε κενό χώρου και χρόνου, όπως είναι αδύνατο να αναπτυχθεί πνευματική ζωή χωρίς παράδοση. Η ιστορία, ωστόσο, όπως ξέρουμε, υπάρχει για να ιχνηλατεί και να αιτιολογεί το βάθος πεδίου μιας εποχής, ενώ η λογοτεχνία για να δημιουργεί και να καταγράφει τα ρήγματα της κοινωνίας, μια και είναι ο σεισμογράφος της.

7) Ένα τελευταίο γνώρισμα του βιβλίου είναι η λατρεία για τη γλώσσα και την εκφραστική δυναμική, οι καλοσμιλευμένες φράσεις και οι μοναδικές λεκτικές συζεύξεις, η εξαντλητική αναζήτηση της ακρίβειας, του βάθους και της διαύγειας των νοημάτων και ένας μοναδικός λεξιλογικός πλούτος. Αυτή η λεκτική πολυχρωμία, που αποτελεί απόσταγμα βαθιάς γλωσσικής καλλιέργειας και αντλείται από όλες τις μορφές της γλώσσας μας, συμβάλλει αποφασιστικά στην αισθητική συγκίνηση και απόλαυση.

Συνεπώς η γλώσσα του έργου αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αισθητικής και συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία της ατμόσφαιρας. Η συγγραφέας αξιοποιεί την ποιητική/ λυρική γλώσσα με έντονες εικόνες στις σκηνές όπου περιγράφεται ο έρωτας. Αντίθετα, στις σκηνές του πολέμου η γλώσσα γίνεται περιγραφική και ρεαλιστική. Έτσι, αναπαριστά με ακρίβεια την εποχή, τα μέρη και τις συνθήκες. Οι λεπτομέρειες γεφυρώνουν το μυθιστόρημα με την ιστορική πραγματικότητα. Από την άλλη οι διάλογοι είναι άμεσοι και δίνουν αληθοφάνεια και οντότητα στους χαρακτήρες. Η εσωτερική φωνή αποδίδεται με εξομολογητικό ύφος και έτσι ο αναγνώστης διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Επομένως η γλώσσα είναι λυρική αλλά και ρεαλιστική καθώς υπηρετεί τον διπλό άξονα του μυθιστορήματος, έρωτα και πόλεμο.

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Δε χωρεί αμφιβολία ότι ο πόλεμος και μάλιστα ο εμφύλιος είναι ένα παράλογο φαινόμενο, που έρχεται σε αντίθεση με τον πανίσχυρο βιολογικό νόμο, την κατάφαση και τον έρωτα της ζωής. Τη διάσταση αυτή, πέρα από μάχες και προελάσεις, συγκρούσεις και θηριωδίες, είναι φανερό ότι θέλησε να αναδείξει η συγγραφέας του βιβλίου. Γιατί ο πόλεμος για το ανθρώπινο πλάσμα που τον ζει είναι πάνω από όλα ένα τραγικό βίωμα. Ο άνθρωπος, όταν βρεθεί καθηλωμένος από το χρέος στη γραμμή της φωτιάς, καταλαβαίνει όχι μόνο με τον νου του, αλλά με κάθε του ίνα, πως αυτό που αντιμετωπίζει ξεπερνάει κατά πολύ τα ανθρώπινα όρια και λύνει τους αρμούς του σώματος που νιώθει εκμηδενισμένο. Δεν είναι δειλία η αντίδραση αυτή. Είναι το ένστικτο της ζωής, μια εντολή φυτεμένη μέσα του, ένας φυσικός νόμος.
Η Φάνυ, στο ιστορικό - ερωτικό αυτό μυθιστόρημα, χωρίς να διεκδικεί δάφνες ιστορικού και το αλάθητο της ιστορικής μνήμης και αλήθειας, σε μια εποχή όπου οι εξελίξεις έχουν πιο πυκνό χαρακτήρα, προσπάθησε να εστιάσει σε όλες τις εκδοχές των ιστορικών γεγονότων και προσώπων στρέφοντας κατάλληλα τον φακό προς τα μέρη που φωτιζόταν χωρίς προσπάθεια να ταιριάξουν με τις ανάγκες της συγκυρίας. Άλλωστε η ίδια η ζωή είναι μια συνεχής αναψηλάφηση και αναθεώρηση ενεργειών και αποφάσεων που επανακρίνονται κάτω από τω φως νέων δεδομένων και αναγνώσεων, βγαίνουν από το αναμνηστικό ή αγιογραφικό κάδρο και μπαίνουν στη βάσανο της ιστορικής αλήθειας. Γιατί πάνω από όλα είναι η αλήθεια των πραγμάτων που αποκαλύπτει τη μεταμφίεση της πραγματικότητας. Αυτή που συχνά αρνούμαστε επίμονα ή καταγγέλλουμε με πάθος. Μόνο που στο αμόνι της ιστορικής αλήθειας σφυρηλατείται η συνείδηση των ανθρώπων.

Μέσα από τις στάχτες και τα ερείπια του πολέμου μιας αιματοβαμμένης πατρίδας, ο έρωτας αναδύεται ως η μόνη αλήθεια που δεν μπορεί να πυρπολήσει καμιά φωτιά. Η Φάνυ δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αγάπης, υψώνει το ανάστημά της απέναντι στη βία της ιστορίας και μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να λυτρωθεί αν τολμήσει να αγαπήσει. Γιατί στο τέλος πάνω από τις φλόγες, πάνω από την καθημαγμένη γη εκείνο που μένει δεν είναι ο πόλεμος αλλά η δύναμη της καρδιάς. Ο έρωτας στις φλόγες του πολέμου, είναι καταληκτικά η αναζήτηση του στίγματος της συνείδησής μας, η συνειδητοποίηση του χρέους για τον δρόμο της ποιότητας και της μετοχής. Είναι το σάλπισμα για την απόδραση από τον ατομικισμό και τις ευτέλειές του, η συνθήκη όπου ο άνθρωπος τολμάει να αντλήσει τις υπέρτατες αξίες από τις απαιτήσεις των ίδιων των ονείρων του. Οι πρωταγωνιστές της αναζητούν ένα νόημα βίου αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την αξιοπρέπεια και την εσωτερική γνησιότητα του ανθρώπου. Γι’ αυτό και το βιβλίο της Φάνυς, που δε ξεχωρίζει μόνο από το ακτινοβόλημα του ταλέντου της αλλά και από το μάγμα της ψυχής της, είναι μια συνειδητή αναμέτρηση με τη διαχρονία αλλά και έκφραση μιας εδραίας πίστης ότι η γνώση του τόπου και της ιστορίας του είναι η πιο βαθιά μορφή αυτογνωσίας. Ο «έρωτας στις φλόγες του πολέμου» είναι, τέλος, μια τοιχογραφία μνήμης και μια παρακαταθήκη για την προσήλωσή μας στις απαρασάλευτες αξίες της ζωής, μια υπενθύμιση ότι η μνήμη, όταν γίνεται τέχνη, μπορεί να ανανεώνει τη ζωή.

Σας ευχαριστώ