29.3.26

Σταχομαζώχτρες και οστρακομαζώχτρες: μια προσέγγιση στη μετάλλαξη, οικειοποίηση (APPROPRIATION) έργων τέχνης* . Του Σταμάτη Παγανόπουλου -ΦΩΤΟ

A piece of my art : "Οστρακομαζώχτρες-Ωδή στον Millet"(Ακρυλικά,30χ40)
Ένα από τα πιο διάσημα έργα στην ιστορία της τέχνης που θαυμάζω και μελετώ είναι το « Les glaneuses/Οι Σταχοαμαζώχτρες» του Jean-François Millet που παρουσιάστηκε το 1857 στο Παρισινό Σαλόν (βλέπε στο Σχόλιο 1), σε μια εποχή που η Γαλλία βίωνε την βιομηχανική επανάσταση με κοινωνικές επιπτώσεις κυριώς στην ύπαιθρο .Ο Millet τολμά να τοποθετήσει στο κέντρο της ζωγραφικής σκηνής τρεις αγρότισσες που μαζεύουν τα υπολείμματα της σοδειάς, μετατρέποντας μια πράξη επιβίωσης σε εικόνα κοινωνικής αλήθειας και αναδεικνύοντας την αθέατη εργασία που στηρίζει την εποχή του.
Ο υπαρξιακός πυρήνας της χειρονομίας του σκυψίματος των αγροτισσών στο έργο του Millet, υπερβαίνουν το κοινωνικό σχόλιο και μετατρέπονται σε στοχασμό πάνω στην αξιοπρέπεια της επιμονής ,γίνονται μια μορφή αρχαϊκής προσευχής, μια τελετουργία του ελάχιστου, μια υπενθύμιση ότι η αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται στην αφθονία αλλά στην ικανότητα να συνεχίζεις μέσα στη σιωπή και την ανάγκη.Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο καί με απώτερο σκοπό την μαθητειία, επιχείρησα να τις μεταφέρω από το χωράφι στην παραλία χωρίς να ακυρωθούν: το τοπίο αλλάζει, αλλά η δομή και η μνήμη παραμένουν. Η γη γίνεται άμμος, το στάχυ όστρακο, η αφθονία αβεβαιότητα, όμως η επιμονή της χειρονομίας διατηρεί την ουσία του έργου. Έτσι, η μετάλλαξη λειτουργεί ως πράξη μνήμης που δεν σβήνει το πρωτότυπο, αλλά το επεκτείνει σε μια νέα γλώσσα.
Εχει ενδιαφέρον όμως-με αφορμή τα παραπάνω -να επιχειρήσουμε μια πιο αναλυτική προσέγγιση του θέματος της μετάλλαξης ,οικειοποίησης στην τέχνη — γνωστή ως Appropriation Art — που κατέληξε να αποτελεί στον 20ο αιώνα , ένα από τα πιο προκλητικά και αμφιλεγόμενα φαινόμενα της σύγχρονης καλλιτεχνικής πρακτικής,ενώ η τάση αυτή αναδεικνύεται εντονότερα και ποκιλόμορφα στον 21ο αιώνα.
Σταμάτης Παγανόπουλος

Η Appropriation Art είναι μια μέθοδος δημιουργίας που βασίζεται στη συνειδητή χρήση, επανατοποθέτηση ή αντιγραφή ήδη υπαρχόντων εικόνων, αντικειμένων ή στυλιστικών στοιχείων από άλλα έργα τέχνης, από τη λαϊκή κουλτούρα ή από τη μαζική παραγωγή. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο έργο που δεν αξιώνει πρωτοτυπία με την παραδοσιακή έννοια, αλλά παράγει νέο νόημα μέσα από την επαναπλαισίωση του οικείου.Η Appropriation Art δεν είναι απλώς μια τεχνική, είναι και μια στάση απέναντι στο τι σημαίνει δημιουργία, πρωτοτυπία και ιδιοκτησία στην τέχνη. Γεννήθηκε μέσα από την κλίμακα του 20ού αιώνα, όταν οι καλλιτέχνες άρχισαν να αμφισβητούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί ιδιοφυΐας και αυθεντικότητας, και παραμένει έως σήμερα πεδίο έντονης αισθητικής, νομικής και ηθικής συζήτησης.
Οι ρίζες της Appropriation Art εντοπίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα, στους κόλπους του Ντανταϊσμού.Είχαν προηγηθεί , όμως ,εξαίρετες απόπειρες ,όπως εκείνες του Édouard Manet με το έργο του « Le Déjeuner sur l'herbe (1863)»που είχε πηγή έμπνευσης «Το Συμπόσιο στους Αγρούς (Le Concert champêtre)» του Τιτσιάνο (ή του Τζορτζόνε) και ένα χαρακτικό του Ραφαήλ (Η Κρίση του Πάρη). Ο Manet πήρε τη σύνθεση των δύο Ιταλών αναγεννησιακών δασκάλων και την έφερε στο σύγχρονο Παρίσι. Αντικατέστησε τις αλληγορικές νύμφες με μια γυμνή γυναίκα της εποχής του που κοιτάζει κατάματα τον θεατή, προκαλώντας τεράστιο σκάνδαλο. Ήταν η γέννηση της μοντέρνας τέχνης μέσα από τα σπλάχνα της παράδοσης.Παρόμοια ο Vincent van Gogh ,δημιούργησε το έργο «First Steps, after Millet (1890)» με πηγή έμπνευσης τον Millet. Ο Van Gogh λάτρευε τον Millet. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο άσυλο του Saint-Rémy, δημιούργησε μια σειρά έργων βασισμένων σε ασπρόμαυρες λιθογραφίες του Millet. Ενώ το πρωτότυπο είναι γήινο και ρεαλιστικό, ο Van Gogh το μεταμορφώνει με το δικό του εκρηκτικό χρώμα και τις παλμόμενες πινελιές του, δίνοντας στο θέμα μια πνευματική, σχεδόν θρησκευτική ένταση.
Ο Marcel Duchamp με τα περίφημα «έτοιμα αντικείμενα» του (readymades) — και πρωτίστως με τον «Κρουνό» (Fountain, 1917), ένα εργοστασιακό ουρητήριο που υπέγραψε ως «R. Mutt» και παρουσίασε ως τέχνη, ανέτρεψε τα θεμέλια του καλλιτεχνικού συστήματος. Ο Duchamp δεν ισχυρίστηκε ότι κατασκεύασε κάτι, αλλά ότι η επιλογή και η ενσωμάτωση ενός αντικειμένου σε έναν καλλιτεχνικό χώρο αρκεί για να το μετατρέψει σε τέχνη. Αυτή η χειρονομία άνοιξε έναν τεράστιο δρόμο.
Ο Pablo Picasso με πηγή εμπνευσης το ομότιλο έργο του Diego Velázquez (1656) δημιουργεί τις δικές του Las Meninas (1957). Ο Πικάσο είχε τέτοια εμμονή με το αριστούργημα του Velázquez που ζωγράφισε 58 παραλλαγές του μέσα σε λίγους μήνες. Κατέστρεψε την προοπτική, γεωμετροποίησε τις μορφές (κυβισμός) και άλλαξε το μέγεθος των χαρακτήρων για να εξερευνήσει το φως και τον χώρο. Εκεί που ο Velázquez αναζητούσε την απόλυτη ψευδαίσθηση, ο Πικάσο αναζητούσε την αποδόμηση της μορφής.
Ο Francis Bacon με πηγή έμπνευσης το «Πορτρέτο του Πάπα Ιννοκέντιου Ι’» ,ομοοίως του Diego Velázquezδημιουργεί το έργο του «Study after Velázquez's Portrait of Pope Innocent X (1953)».Το έργο αυτό αποτελεί ίσως, τη πιο βίαιη μετάλλαξη στην ιστορία. Ο Bacon πήρε τη μεγαλοπρέπεια και την εξουσία του Πάπα και τη μετέτρεψε σε μια κραυγή υπαρξιακού τρόμου. Ο Πάπας του Bacon είναι εγκλωβισμένος σε ένα γυάλινο κλουβί, με το πρόσωπο παραμορφωμένο, εκφράζοντας την αποσύνθεση και τον ψυχικό πόνο του μεταπολεμικού ανθρώπου.
Ο Salvador Dalí: εμπνεόμενος από την Αφροδίτη της Μήλου (Αρχαιοελληνικό άγαλμα),δημιουργεί το έργο «The Hallucinogenic Toreador (1968-1970)». Ο Dalí δεν περιορίστηκε σε πίνακες, αλλά «επιτέθηκε» και στα κλασικά γλυπτά. Στον συγκεκριμένο πίνακα, επαναλαμβάνει τη μορφή της Αφροδίτης της Μήλου πολλές φορές, αλλά με έναν σουρεαλιστικό τρόπο: μέσα από τις σκιές και τις πτυχώσεις των χιτώνων της, αναδύεται η μορφή ενός ταυρομάχου. Μετέτρεψε ένα σύμβολο κλασικής ομορφιάς σε ένα οπτικό αίνιγμα διπλής ανάγνωσης. Εμπνεόμενος από το αριστούργημα του Vermeer «Η Δαντελού (1669)» δημιουργεί το έργο «The Lacemaker 1955)». Ο Dalí θεωρούσε τον Vermeer ιδιοφυΐα της γεωμετρίας. Στη δική του εκδοχή , «έσπασε» τη γαλήνια μορφή της κοπέλας σε εκατοντάδες κέρατα ρινόκερου (ένα σχήμα που τον στοίχειωνε). Μετέτρεψε την απόλυτη ακινησία του 17ου αιώνα σε μια δυναμική, πυρηνική έκρηξη μορφών.
Στη δεκαετία του 1950 και του 1960, η Pop Art στις ΗΠΑ και στη Βρετανία επανέφερε με άλλους όρους την ιδέα της οικειοποίησης. Ο Andy Warhol αναπαρήγαγε διαφημίσεις, κονσέρβες σούπας Campbell's και φωτογραφίες διασημοτήτων με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας, θολώνοντας εσκεμμένα τα όρια μεταξύ τέχνης, εμπορεύματος και εικόνας .Εμνεόμενος από τον Μυστικό Δείπνο του Leonardo da Vinci δημιουργεί το έργο του « Sixty Last Suppers (1986)»,παίρνοντας το πιο ιερό ίσως έργο της Δυτικής τέχνης το πέρασε από το «κόσκινο» της Pop Art. Πολλαπλασίασε την εικόνα 60 φορές, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μεταξοτυπίας, σαν να ήταν διαφήμιση της Coca-Cola ή κουτί σούπας Campbell's. Μετέτρεψε το πνευματικό γεγονός σε καταναλωτικό προϊόν, σχολιάζοντας την υπερπληροφόρηση και την απώλεια του «ιερού» στη σύγχρονη εποχή.
Ο Roy Lichtenstein σχεδίαζε σε μεγάλη κλίμακα κόμικς, υιοθετώντας τον τρόπο εκτύπωσής τους — τις κουκκίδες Ben-Day — ως αισθητικό ιδίωμα. Και οι δύο καλλιτέχνες ήταν ριζικά απαισιόδοξοι απέναντι στη ρομαντική ιδέα του «αυθεντικού δημιουργού».
Η Appropriation Art ωρίμασε ως συνειδητό κίνημα στη δεκαετία του 1970 και του 1980, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της Νέας Υόρκης. Η καλλιτέχνης Sherrie Levine φωτογράφισε εκτυπώσεις διάσημων φωτογραφιών του Walker Evans και τις παρουσίασε ως δικά της έργα, με τον τίτλο «After Walker Evans». Η πράξη της αυτή δεν ήταν λογοκλοπή αλλά φιλοσοφική δήλωση: τι σημαίνει «πρωτότυπο»; Ποιος κατέχει μια εικόνα; Ο Richard Prince, από την πλευρά του, επανεφωτογράφισε διαφημίσεις τσιγάρων Marlboro και ανέδειξε τη μυθολογία του «αμερικανικού κάουμποϋ» ως κενή εικονογραφία.
Ο Damien Hirst οικειοποιήθηκε αισθητικά στοιχεία από την επιστήμη και την ιατρική, ενώ ο Jean-Michel Basquiat και ο Keith Haring ενσωμάτωσαν γκράφιτι, εικονογραφία κόμικς και στοιχεία της αφρικανικής τέχνης σε έργα που κυκλοφορούσαν μεταξύ του δρόμου και της γκαλερί.
Η Appropriation Art έχει παράξει μερικά από τα πιο εμβληματικά — και πιο αμφιλεγόμενα — έργα της σύγχρονης καλλιτεχνικής ιστορίας. Ο Jeff Koons χρησιμοποίησε εμπορικά αντικείμενα, φιγούρες κιτς και διαφημιστικές εικόνες για να δημιουργήσει μεγάλης κλίμακας γλυπτά και ζωγραφικούς πίνακες που εξελίχθηκαν σε εικονίδια της εποχής — αλλά τον απασχόλησαν και νομικές υποθέσεις για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η Barbara Kruger δανείστηκε εικόνες από εκδόσεις της δεκαετίας του 1950 και τις συνδύασε με αιχμηρά κείμενα που αφορούσαν ισχύ, φύλο και καταναλωτισμό, δημιουργώντας έργα με έντονη πολιτική χροιά.
Η Appropriation Art δεν λειτουργεί στο κενό. Υποστηρίζεται θεωρητικά από ένα πλέγμα ιδεών που αντλεί κυρίως από τον μεταδομισμό, την αποδόμηση και τη θεωρία της αναπαράστασης. Κεντρικό κείμενο είναι το δοκίμιο του Roland Barthes «Ο Θάνατος του Συγγραφέα» (Εκδ.Πλέθρον,1988), στο οποίο ο Γάλλος φιλόσοφος υποστηρίζει ότι το νόημα ενός έργου δεν προέρχεται από τον δημιουργό του αλλά διαμορφώνεται από τον αναγνώστη ή τον θεατή. Αν ο συγγραφέας είναι «νεκρός», τότε κάθε έργο είναι ήδη μια σύνθεση από προϋπάρχουσες γλώσσες και εικόνες.
Στην ψηφιακή εποχή, η Appropriation Art έχει εξαπλωθεί εκτός ελέγχου στο διαδίκτυο: τα memes είναι μια λαϊκή μορφή οικειοποίησης, τα fan art επαναεπεξεργάζονται εικόνες ποπ κουλτούρας, και οι καλλιτέχνες ανακυκλώνουν αρχεία, screenshots και ψηφιακά δεδομένα σε νέα έργα. Ο Cory Arcangel, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί παιχνίδια βίντεο και αρχεία υπολογιστών ως πρώτη ύλη.
Η Appropriation Art δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική τεχνική, είναι μια γλώσσα που αντικατοπτρίζει τον κόσμο μας: κορεσμένο από εικόνες, κατακλυσμένο από αναπαραγωγές, βαθιά αμφίθυμο απέναντι στη ρομαντική ιδέα της μοναδικής ιδιοφυΐας. Σε έναν πολιτισμό όπου τίποτα δεν είναι εντελώς νέο, όπου κάθε εικόνα συνδέεται με χιλιάδες άλλες και όπου η μνήμη είναι συλλογική και ψηφιακά αποθηκευμένη, η οικειοποίηση μοιάζει όχι τόσο πρόκληση όσο αναπόφευκτη συνθήκη.
Η ερώτηση που αφήνει ανοιχτή η Appropriation Art δεν είναι «Είναι αυτό τέχνη;»Αυτή η μάχη έχει ήδη κριθεί υπέρ της. Η ερώτηση είναι πιο σύνθετη: «Σε ποιον ανήκει το παρελθόν; Σε ποιον ανήκει η εικόνα;» Και αυτές οι ερωτήσεις, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μαθαίνει πλέον από κάθε εικόνα που έχει ποτέ δημιουργηθεί, αποκτούν μια νέα, απροσδόκητη επικαιρότητα. Η Appropriation Art μάς έχει ήδη δώσει τα εργαλεία για να σκεφτούμε αυτές τις αλλαγές — αρκεί να τα χρησιμοποιήσουμε.
Στον 21ο αιώνα, η ψηφιακή κουλτούρα — memes, remix, sampling, reposting — καθιστά την οικειοποίηση όχι απλώς καλλιτεχνική πρακτική αλλά καθημερινή εμπειρία. Η εικόνα δεν ανήκει πια σε κανέναν, κυκλοφορεί, μεταλλάσσεται, επαναχρησιμοποιείται. Η οικειοποίηση γίνεται η φυσική κατάσταση της εικόνας στην εποχή του διαδικτύου.
Έτσι, η φιλοσοφική θεμελίωση, η πολιτική διάσταση και η ιστορική διαδρομή της οικειοποίησης συνδέονται σε ένα ενιαίο πεδίο: η εικόνα ως αντικείμενο που δεν είναι ποτέ σταθερό, ποτέ αθώο, ποτέ μοναδικό. Η οικειοποίηση αποκαλύπτει ότι η τέχνη δεν είναι μια πράξη δημιουργίας εκ του μηδενός, αλλά μια πράξη αναδιάταξης του ήδη υπάρχοντος κόσμου των εικόνων, των εξουσιών και των μνημών.
*Τα έργα που αναφέρονται παραπάνω εύκολα μπορεί κανεί να τα δει στο διαδίκτυο,αυτός ήταν και ο λόγος που τα αναφέρω ξενόγλωσσα.