Καὶ τοῦ Λευκάτα ἡ θάλασσα ἡ μακραντιλαλοῦσα
στρωτὴ περίσσια ἁπλώνεται σὰ σμαραγδένιοι κάμποι•
τρίσβαθ’ αὐγὴ ἀπόκρυφη στὴν ἄβυσσό της λάμπει,
ὅταν τὰ κύματα στρωθοῦν καὶ πέσῃ ἡ ἀναρροῦσα.
Δίχως τραγούδια ἡ Ἀλκυὼν περνᾷ ἡ κελαδοῦσα,
γιατὶ στὰ δάση τῶν φυκιῶν ποὺ βόσκ’ ἡ Ἱπποκάμπη,
μὲς στὰ κοράλλια, ἀνάμεσα στὰ σιντεφένια θάμπη
τῆς μαργαριταρόριζας, κοιμᾶται ἡ Μοῦσα... ἡ Μοῦσα!
Τὴ λύρα γιὰ παντοτινὸ προσκέφαλό της ἔχει
νἀκούῃ καὶ στὸν ὕπνο της σὰν ὄνειρο νὰ τρέχῃ
καινούργιος πάντα ὁ ἀντίλαλος ἀπ’ τὰ παλιά της πάθη.
Κι ὁ ἥλιος ὅλο του τὸ φῶς ἐπάνω της μαζεύει•
θαρρεῖς καὶ εἶναι ὁ Φάωνας... μετάνοιωσε κ’ ἐστάθη
καὶ τῆς νεκρῆς ἀγάπης του τὴν κεφαλὴ χαϊδεύει.
Ιωάννης Γρυπάρης, Σαπφώ, Σκαραβαίοι και Τερρακότες, 1919