17.7.22

«Έλα με στόμα διάπυρο και διαπέρασέ με»: Όταν ο Πάμπλο Νερούδα έγραφε για την Ματίλντε Ουρούτια

...αποσπάσματα από το έργο του:

Στην Ματίλντε Ουρούτια

Πολυαγαπημένη μου Κυρά, πολύ εδεινοπάθησα γράφοντας αυτά τα τρόπος του λέγειν σονέτα που τόσο με πόνεσαν και με δυσκόλεψαν, αλλά η ευτυχία να σου τα προσφέρω είναι μεγαλύτερη κι από έναν απέραντο κάμπο. Όταν μπήκα σ’ αυτή τη διαδικασία, ήξερα πολύ καλά πως οι ποιητές όλων των εποχών, με ιδιαίτερη αφοσίωση και χάρη, παράθεσαν ρίμες που καμπάνιζαν σαν ασημικά, κρύσταλλα ή ομοβροντίες κανονιών. Η αφεντιά μου, με περισσή ταπεινότητα έφτιαξε ετούτα τα σονέτα από ξύλο, τους έδωσε τον ήχο αυτής της κρουστής και ανόθευτης ύλης και έτσι πρέπει να φτάσουνε στ’ αφτιά σου. Εσύ κι εγώ, περπατώντας μέσα από δάση και τόπους αμμουδερούς, από λίμνες αθέατες, από τοπία βουτηγμένα στη στάχτη, μαζέψαμε κομμάτια από ξύλο ατόφυο ή σανίδες αργασμένες απ’ το νερό και την κακοκαιριά. Από εκείνα τα τόσο απαλά λειασμένα απομεινάρια δούλεψα με τσεκούρι, μαχαίρι και σουγιαδάκια, ετούτα τα ξυλοτεχνήματα του έρωτα και έφτιαξα μικρά σπιτάκια με δεκατέσσερεις τάβλες το καθένα για να ζήσουν εκεί μέσα τα μάτια σου που τα λατρεύω και τα υμνώ. Και τώρα που θεμέλιωσα τους λόγους του έρωτά μου, σε παραδίνω στην αιωνιότητα: Με εκατό σονέτα από ξύλο που υπάρχουνε μόνο και μόνο γιατί εσύ τους έδωσες ζωή.
Οκτώβρης του 1959
I

ΜΑΤΙΛΝΤΕ, ΑΠΟ ΑΝΘΟΣ και κρασί και πέτρα τ’ όνομά σου
από όλα όσα εδώ στη γη γεννιούνται και διαρκούνε
λέξη που αναβλύζοντας στα χείλια ξημερώνει,
κι όπου των λεμονιών το φως στο θέρος της ξεσπάει.
Σ’ ετούτο το όνομα σκαριά από ξύλο αρμενίζουν
σμάρι μπλε σκούρες πυρκαγιές τα ’χουν περικυκλώσει
τα γράμματά του από νερό σαν το βουερό ποτάμι
που ξεμπουκάρει ορμητικό στη φλογερή καρδιά μου.
Ω, όνομα που βρέθηκε στο αγιόκλημα κρυμμένο
κι άνοιξε πόρτα μυστική μιας σήραγγας και μπήκα
και βρέθηκα στ’ αρώματα ολόκληρου του κόσμου!
Ω, έλα με στόμα διάπυρο και διαπέρασέ με
σκάψε με, αν το θες κι εσύ, με αυτά τα νύχτια μάτια,
μα στο όνομά σου άσε με να πλέω και να κοιμάμαι.

XXVII

ΓΥΜΝΗ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ απλή όπως ένα σου χέρι,
γήινη, μικροσκοπική, διάφανη, τέλεια, λεία,
έχεις τις φεγγαρογραμμές και της μηλιάς τους δρόμους,
γυμνή είσαι λυγερόκορμη σαν το γυμνό το στάρι.
Γυμνή σαν τη νυχτιά τηςν Κούβας γαλανίζεις,
μ’ αγράμπελη κι αστέρια πλέκονται τα μαλλιά σου,
γυμνή θεόρατη είσαι με χρυσαφένιο χρώμα,
σάμπως ολόχρυση εκκλησιά λουσμένη καλοκαίρι.
Γυμνή είσαι μικρούλα σαν ένα σου νυχάκι,
λιγνή, καμπύλη, ρόδινη, ώσπου η καινούργια μέρα
να γεννηθεί κι εσύ να μπεις στα έγκατα του κόσμου
σε γαλαρία στενόμακρη με της δουλειάς τα ρούχα:
κι η λάμψη σου όλη σβήνει, φυλλορροεί ντυμένη,
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή χέρι γυμνό θα γίνει.

XXXIV

ΕΙΣΑΙ ΚΟΡΗ ΤΗΣ θάλασσας της ρίγανης ξαδέρφη
και κολυμβήτρια με κορμί από γάργαρο νεράκι,
μαγείρισσα, ζωή στη γη το αίμα σου μεταγγίζει,
γήινα και τα χούγια σου είναι, λουλουδιασμένα.
Μες στο νερό πλέχουν τα μάτια σου κύματα ξεσηκώνουν,
χώνεις στη γη τα χέρια σου κι οι σπόροι αναπηδάνε,
κρατάς σε χώμα και νερό βαθιά τα υπάρχοντά σου
ζυμώνονται στο είναι σου σαν του πηλού το δίκιο.
Σκίζει τα τουρκουάζ νερά το σώμα σου, Ναϊάδα
κι ύστερα αναγεννημένο ανθίζει στην κουζίνα
μ’ αυτόν τον τρόπο που εσύ όλα τα φέρνεις βόλτα·
κι εντέλει στην αγκάλη μου κοιμάσαι που αποδιώχνει
μέσ’ απ’ τις σκυθρωπές σκιές, όσπρια, βοτάνια, φύκια,
τα αφρισμένα σου όνειρα, για να σε ξεκουράσει.







Ολόκληρο το αφιέρωμα εδώ: https://www.in.gr