29.4.22

Ποιήματα του Χριστόφορου Λιοντάκη

Υπόγειο γκαράζ, εκδ. Κέδρος 1978/1999, σ.48
Βρέθηκε στον Πειραία
χωρίς να το θέλει
Όχι όπως τις άλλες φορές
Έμοιαζε να βγαίνει για πρώτη φορά
Από σταθμό ξένης πρωτεύουσας
Έβρεχε
Μάλλον έριχνε γυαλιά
Βάδιζε και δεν βάδιζε
Μπήκε στο θέατρο
Παίζανε: «Χριστόφορο Κολόμβο»
Φεύγοντας θυμήθηκε
«Τι δυστυχία να μην μπορείς
να κλειστείς σ’ ένα δωμάτιο
για πάντα».


Ο Μινώταυρος μετακομίζει, εκδ. Γνώση 1982, σ. 48, και εκδ. Καστανιώτης 1996

6

Για πέντε χρόνια μισθοφόρος
συμφωνείς χωρίς να συμφωνείς
θα προτιμούσες να κυβερνάς πορνείο.
Στο μικρό σου δάχτυλο
λευκό μεγάλο νύχι
στάζει ξυλοδαρμούς
το γκρίζο σου με το πολύχρωμό τους
δε γίνεται να το ανταλλάξεις.
Κλέβοντας τον ίλιγγο
ξεπλένεις την συμμετοχή σου
και σπέρματα παλίμψηστα ξενοδοχείου.

4
Ξύπνησαν οι αρχαίες ποινές
τα πρόσωπα στην είσοδο αλλά
η παράκλησή τους κανέναν άγιο δεν αγγίζει.

7
Ευνοϊκά θα μαρτυρήσουν
όσοι σε συναντήσανε
στην έρημη εκκλησιά
κι εκείνοι που σε γνώρισαν
τις μικρές ώρες.

8
Ασπράδι αυγού το παρελθόν.



Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες, εκδ. Καστανιώτης 1988/ 1991, 64
11
Στο φως που συγκρατούσε το νερό
τα παιδικά μας χρόνια συναντιούνται.
Στο μετέωρο τα πρόσωπα όλα δεν χωρούσαν.
Στο μετέωρο που συχνά ο ίδιος αστοχούσε
και στου συνειδητού την ατραπό ύψωνε φράγμα
κι έκοβε του σηροτροφείου τον ψίθυρο.
Γραμμένο μες στα θάματα
η πρόθεση του ρεμβασμού τη φλέβα ν’ απολήγει
στην αγκαλιά του Ποσειδώνα να μας οδηγεί.


Με το φως, εκδ. Καστανιώτης 1999, σ.48

-Ευλογημένο το φως του δειλινού

Ευλογημένο φως του δειλινού
πού τη στάχτη σβήνεις από τον Υμηττό
και ανάγλυφο το πράσινο ποιείς
που σε κρυμμένα πρόσωπα ξεναγείς
καταργώντας αλλότριες εικόνες
που αφαιρείς τη μάσκα των τυραννοκτόνων
απ’ τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο
και ανάλαφρους, χωρίς Ιππάρχους
Θετταλούς και Ιππίες, τους φωτίζεις καθώς
μελπόμενοι στις Αφίδνες πορεύονται
με τις μυρτιές και τα σακίδια.