16.5.21

Για τον Έρωτα

«Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι ερωτεύονται. Τραγουδούν για τον έρωτα, χορεύουν για τον έρωτα, γράφουν ποιήματα και ιστορίες για τον έρωτα. Λένε μύθους και θρύλους για τον έρωτα. Μαραζώνουν από έρωτα και ζουν από έρωτα, σκοτώνουν από έρωτα και πεθαίνουν από έρωτα. […]. Οι ανθρωπολόγοι έχουν βρει αποδείξεις ρομαντικής αγάπης, σε 170 κοινωνίες. Δε βρήκαν ποτέ κοινωνία που να μην την είχε.» Helen Fisher


Αν η αγάπη είναι μία ήρεμη δύναμη, που την χαρακτηρίζει η οικειότητα, το νοιάξιμο, η εγγύτητα, η πλήρης και άνευ όρων αποδοχή του άλλου ως ελεύθερου και ανεξάρτητου όντος, ο έρωτας ενέχει μία σφοδρή επιθυμία για τον άλλον, πόθο, πάθος, ένταση, ζήλια, φαντασιώσεις, προσκόλληση και φόβο.
Τα αμέτρητα εγκλήματα πάθους, οι αυτοκτονίες από έρωτα, τα ποιήματα, τα λογοτεχνικά έργα και τα τραγούδια, αλλά και τα βιβλία φιλοσοφίας που αιώνες τώρα μας αγγίζουν, αποδεικνύουν τόσο τη σφοδρότητα αυτού του συναισθήματος όσο και την πλήρη, ουσιαστικά, άγνοιά μας σχετικά με αυτόν. Τι είναι έρωτας, γιατί ερωτευόμαστε, πώς και ποιον ερωτευόμαστε, γιατί είμαι «τρελός από έρωτα», γιατί νιώθω τόσο παντοδύναμος και τόσο ευάλωτος ταυτόχρονα, γιατί πονάω, πώς είναι δυνατόν να φεύγει τόσο γρήγορα και ξαφνικά; Γιατί να θέλω αυτόν και όχι κάποιον άλλον και πώς γίνεται αυτή τη στιγμή που τον έχω στα χέρια μου, να φοβάμαι τόσο μήπως μου φύγει;

Αναρίθμητα τα ερωτήματα που μπορούν να τεθούν αναφορικά με τον έρωτα και λίγες οι απαντήσεις που μπορούν να τα ικανοποιήσουν, αφού ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ερωτεύεται με διαφορετικό τρόπο τον άλλον.

Φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, ποιητές, λογοτέχνες, ανθρωπολόγοι, σκηνοθέτες, συνθέτες, αλλά και άνθρωποι απλοί, της καθημερινότητας, προσπάθησαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποδώσουν αυτές τις «πεταλούδες στο στομάχι», τον «κόμπο στο λαιμό», τον «πόνο στην καρδιά», το σφίξιμο, την αγωνία, το πάθος, την απουσία και, γενικότερα, την παραζάλη που λέμε Έρωτας. Φευ! Η έννοια μας ξεγλιστράει, απ’ όπου κι αν την πιάσουμε.

Καταλήγουμε λοιπόν να μιλάμε για τον έρωτα όπως νιώθουμε τον έρωτα: με ένα τεράστιο ερωτηματικό. Και ίσως είναι αυτό ακριβώς που έρχεται να αποδείξει πως ο Έρως είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της ύπαρξής μας: μαζί με τον θάνατο, μας φέρνει κατά πρόσωπο με τις απαράλλαχτες ανά τους αιώνες αλήθειες της ζωής. Τον φόβο της μοναξιάς, την απουσία νοήματος, την επιθυμία για ολοκλήρωση, τον ψυχικό πόνο, την αγωνία, το εφήμερο της ζωής.

Όπως θα τονίσει ο Δ. Λιαντίνης στη Γκέμμα του, «[…] δύο είναι οι ψηλότερες κορυφές της καταδρομικής πορείας του βίου μας. Η πείρα του έρωτα, και η πείρα του θανάτου. […] Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν.» Ο έρωτας, όπως και ο θάνατος δοκιμάζουν στο έπακρον τις ανθρώπινες αντοχές μας, μας φέρνουν στα όρια της ύπαρξής μας («Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις») και μας υπενθυμίζουν ταυτόχρονα πόσο έντονη είναι η επιθυμία μας να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε, αλλά και πόσο πολύ φοβόμαστε να το κάνουμε.

Τι να είναι άραγε αυτό που, ανάμεσα στους είκοσι ανθρώπους που βρίσκονται σε ένα δωμάτιο, κάνει τα μάτια μας να στέκονται σε ένα μόνο πρόσωπο; Οι ψυχολογικές θεωρίες θα μας πουν πως είναι οι ομοιότητες που προσλαμβάνουμε ανάμεσα σε εμάς και τον Άλλον: παρόμοια εμφάνιση, παρόμοιο μορφωτικό επίπεδο, παρόμοιο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, παρόμοιες αξίες (ίσως όμως να κοιτάμε και ελαφρώς πιο «ψηλά», πιο «πάνω» από το ίδιο επίπεδο, θα πρόσθετα εγώ).

Άλλες απόψεις μας λένε πως επιλέγουμε το «συμπλήρωμά μας», αυτό που δεν έχουμε και έρχεται να το προσφέρει ο Άλλος: ένας εσωστρεφής άνθρωπος μπορεί να ερωτευτεί έναν εξωστρεφή, ένας άνθρωπος που δεν παίρνει εύκολα πρωτοβουλίες μπορεί να ερωτευτεί έναν αυθόρμητο και δυναμικό χαρακτήρα, κλπ. Ίσως πάλι, να ερωτευόμαστε τον άνθρωπο στα μάτια του οποίου συναντάμε ξανά, εκείνο το πρωταρχικό βλέμμα, την ματιά που αντικρίσαμε όταν γεννηθήκαμε. Εκείνους τους πρώτους μήνες, όταν η γλώσσα δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα, ο μόνος τρόπος έκφρασης και ανταλλαγής συναισθημάτων ήταν η ματιά και η γλώσσα του σώματος της μητέρας και του πατέρα.

Ως ενήλικες, μπορεί να έχουμε ξεχάσει αυτή την εμπειρία, όμως συνεχίζουμε να αναζητούμε αυτή τη ματιά, αυτή τη φωνή, εκείνη την κίνηση των χεριών, εκείνο το χαμόγελο, που για εμάς ορίζει την Ομορφιά.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί απλώς να έχουμε δομήσει μέσα μας μία συγκεκριμένη εικόνα για τον ιδανικό Άλλο και αυτή την εικόνα να προβάλλουμε πάνω στον άγνωστο που συναντάμε, επιθυμώντας την πλήρωσή της. Μπορεί όμως να είναι πράγματι και θέμα «χημείας» – ή για να το πω ορθότερα, «νευροχημείας».

Οι νεότερες έρευνες των νευροεπιστημών προτείνουν την ύπαρξη μίας βιολογικής έλξης, μίας έλξης που ελέγχεται από τις ορμόνες (σεροτονίνη, ντοπαμίνη, οιστρογόνα και τεστοστερόνη) που εκλύει ο κεραυνοβολημένος από τον έρωτα εγκέφαλος.

Αδιευκρίνιστο μένει το Γιατί Αυτόν/ή, αδιευκρίνιστο και το Γιατί Τώρα. Αλήθεια, γιατί τώρα; Είναι επειδή νιώθουμε μόνοι, επειδή έχει τελματώσει η ζωή μας, επειδή έχουμε μπει σε μία ρουτίνα; Δεν αποκλείεται. Όπως δεν αποκλείεται να ερωτευθούμε σε μία χρονική στιγμή που δεν επιδιώκουμε να ερωτευθούμε ή που το τελευταίο πράγμα στο μυαλό μας είναι το να ερωτευθούμε. Μπορεί να προκύψει σε μία περίοδο της ζωής μας όπου αναθεωρούμε χρόνια παγιωμένα δεδομένα για τον εαυτό μας και τους άλλους, αλλά και σε μία περίοδο κατά την οποία νιώθουμε πως όλα τα έχουμε «τακτοποιήσει» (τα έχουμε;). Μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε και οπουδήποτε, ανεξαρτήτως ηλικίας ή άλλων παραγόντων. Βεβαίως κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον έρωτα ως στρατηγική, ως αντίδοτο για την μοναξιά τους, ως παιχνίδι, ως χρώμα σε μία γκρίζα ζωή – αλλά εδώ μιλάμε για τον Έρωτα.

Ερωτευόμαστε. Και κάθε φορά, μοιάζει διαφορετική από τις προηγούμενες. Όμως, τι ερωτευόμαστε ακριβώς; Τι μας σαγηνεύει στον άλλον; Είναι πράγματι η περίφημη προσωπικότητα, το χαμόγελό του, η αισθησιακότητα/σεξουαλικότητα που εκλύει, ή μήπως συμβαίνει κάτι διαφορετικό;

Ο έρωτας είναι μαγικός, επειδή λειτουργεί με καταλυτικό τρόπο μέσα μας. Κοιτάζοντας τον αγαπημένο νιώθουμε μία τέλεια πληρότητα και ταυτόχρονα συνειδητοποιούμε πόσο άδεια ήταν η ζωή μας χωρίς αυτόν. Δεν μας εκστασιάζει ο άλλος, μας εκστασιάζουν οι σκέψεις που προκαλεί ο άλλος για τον εαυτό μας. Δεν ερωτευόμαστε τον άλλον, αλλά αυτό που νιώθουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας όταν είμαστε με τον άλλον.

Αγαπάμε τον εαυτό μας επειδή ο άλλος μας ποθεί, μας χαμογελάει, μας επιθυμεί, μας θαυμάζει, μας σκέφτεται, μας κοιτάζει. Η ύπαρξή του δίνει νόημα στη δική μας ύπαρξη και μας ωθεί σε αυτοβελτίωση («με κάνεις να θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος», λέει ο Jack Nicholson στην ταινία As good as it gets). Η ευτυχία που βιώνουμε με την παρουσία του άλλου μας γεμίζει και μας κάνει να νιώθουμε ικανοί για τα πάντα, δυνατοί, απρόσβλητοι από το οτιδήποτε – κυρίως όμως μας κάνει να νιώθουμε έτοιμοι να κατανοήσουμε πλήρως τον εαυτό μας, εξαιτίας και διαμέσου του άλλου.

Μας εμπνέει και μας παρακινεί λοιπόν ο άλλος, όμως μπορεί και να μας αδρανοποιήσει, να μας γίνει εμμονή, να στρατοπεδεύσει στο μυαλό μας. Μία μόνιμη αμφιθυμία είναι ο έρωτας. Από την μία μας γεμίζει ενέργεια, από την άλλη μας εξαντλεί, μας αδειάζει.

Στην παρουσία του άλλου υπάρχουμε, στην απουσία του χανόμαστε. Κι ένας φόβος, μόνιμα υπαρκτός δίπλα στον έρωτα: Φοβάμαι μην χαθώ χωρίς εσένα, αλλά φοβάμαι και μήπως σε χάσω από εμένα. Έρωτας δίχως φόβο δεν είναι έρωτας, σημειώνει ο Carotenuto.

Και οι αντιφάσεις συνεχίζονται. Την στιγμή που ο άλλος επιβεβαιώνει με την παρουσία του την ύπαρξή μου, την ίδια στιγμή νιώθω πως χάνομαι, πως είμαι κάποιος άλλος, που όμως ταυτόχρονα θέλω να με ποθεί το αγαπημένο πρόσωπο. Χάνω την υποκειμενικότητά μου («χάνομαι σε εσένα») και ταυτόχρονα επιθυμώ να γίνω δικό σου αντικείμενο επιθυμίας, πόθου και πάθους. Πόσο δυστυχείς οι άνθρωποι που ποτέ δεν αγκαλιάστηκαν από κανέναν, δεν έγιναν ποτέ αντικείμενα έρωτα και πόθου και δεν είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τον εαυτό τους διαμέσου του άλλου!

«Έρωτα, που δεν γονάτισες ποτέ στον πόλεμο […] φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις. Εσύ των δικαίων ξεστρατίζεις το νου και στον χαμό τον σέρνεις.»

Ο έρωτας οδηγεί στην τρέλα, όπως παρατηρεί στην Αντιγόνη ο Σοφοκλής. Και είναι πράγματι μία κατάσταση «έλλογης τρέλας», «μη-παθολογικής παθολογίας», γι’ αυτό και συχνά μιλάμε για «συμπτώματα» του έρωτα. Είναι όμως και τραγικός και οι πρωταγωνιστές του τραγικά πρόσωπα, διότι εξ’ ορισμού – εκ φύσεως θα έλεγε κανείς – ο έρωτας τελειώνει. Το γιατί τελειώνει και μάλιστα γιατί εξ’ ορισμού είναι καταδικασμένος, μπορεί να πάρει επίσης ποικίλες απαντήσεις.

Ορισμένες από αυτές μας δίνουν οι νευροεπιστήμες – όσο πεζό ή παράδοξο κι αν αυτό μας φαίνεται. Οι νευροχημικές αλλαγές που σημειώνονται στον εγκέφαλο του ερωτευμένου (ειδικά στις αρχές της σχέσης) μας δίνουν την εικόνα ενός ανθρώπου εθισμένου (αυξημένα επίπεδα ντοπαμίνης), που έχει χάσει την ικανότητα του αυτοελέγχου και της διαχείρισης του άγχους, που προκαλεί η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα (μειωμένα επίπεδα σεροτονίνης), και που καταλήγει να σκέφτεται εμμονικά την πηγή αυτής της αβεβαιότητας (τον Άλλο). Ταυτόχρονα, το άτομο γίνεται απερίσκεπτο και παράτολμο (μειωμένη ενεργοποίηση της αμυγδαλής και του προμετωπιαίου φλοιού, ο οποίος ελέγχει τη λογική σκέψη).

Με άλλα λόγια, βλέπουμε έναν άνθρωπο με μειωμένη ικανότητα λογικής και κριτικής σκέψης, εθισμένο – σαν από κάποια ουσία – να αναζητεί διαρκώς τη «δόση» του, να μην μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από το ποθητό πρόσωπο, να γίνεται απερίσκεπτος και να κάνει «τρέλες», πλήρως παραδομένος στο συναίσθημά του. Ευλόγως αναρωτιέται κανείς, πόσο διάστημα μπορεί ένας άνθρωπος να επιβιώσει σε μία τέτοια κατάσταση έντονης διέγερσης και απώλειας ελέγχου. Η ίδια η βιολογία μας λοιπόν, μας προδίδει. Μας προδίδει όμως και η ψυχολογία μας.

Ο έρωτας αδυνατεί να εκπληρώσει τις φαντασιώσεις που αρχικά είχαμε για έναν ιδεατό Άλλο. Άλλωστε, και ο άλλος είναι απλώς ένας άνθρωπος, διαφορετικός από εμάς, που ούτε να μας αφομοιώσει πλήρως μπορεί, ούτε είναι σε θέση να συντονιστεί πλήρως μαζί μας.

Δεν είναι απογοήτευση αυτό, ούτε ματαίωση των προσδοκιών που είχαμε – απλά, απομαγευτήκαμε, κατέρρευσε μόνος του ο μύθος του μοναδικού Άλλου. Από την άλλη, αν βιαστήκαμε στην αρχή, αν ενδώσαμε στο επιτακτικό της επιθυμίας μας, αν όλα παραδόθηκαν και όλα ειπώθηκαν πολύ γρήγορα, τι μένει για μετά;

Θέλει κι ο Έρως τον κατάλληλο ρυθμό του στην αποκάλυψη και την αυτοαποκάλυψη. Βέβαια, ηττούμαστε και από τον ίδιο μας τον φόβο: ο φόβος της εγκατάλειψης, του πόνου, της μοναξιάς, κερδίζει έδαφος έναντι του πόθου και του πάθους, καταλαγιάζοντας τα συναισθήματα και απομακρύνοντας τελικά τους πρωταγωνιστές.

Μία περίεργη ήττα, θα έλεγε κανείς, ειδικά αν σκεφτεί πως στα πρώτα στάδια του έρωτα, αυτός ακριβώς ο φόβος ήταν που υποδαύλιζε το πάθος. Και είναι πάλι ένας φόβος αυτό που μας τρέπει σε φυγή, όταν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε πόσο εκτεθειμένοι είμαστε ή μπορεί να γίνουμε απέναντι στον άλλον, πόσο ανοιχτά και διάφανα είναι τα συναισθήματα και η ψυχή μας, πόσο ευάλωτα στον «χειρισμό» του άλλου – εμείς, που στην αρχή σκεφτόμασταν «κάνε με ο,τι θες, εσύ», είμαστε οι ίδιοι που δεν το αντέχουμε το βάρος αυτό. Ας μην αναφερθούμε στα εμπόδια, τους αντικειμενικούς παράγοντες, τους προσωπικούς στόχους ή άλλες μεταβλητές της πραγματικότητας που μπορεί να απειλήσουν και να καταδικάσουν τελικά έναν έρωτα…

Πόσο δύσκολο μας είναι να παραδεχθούμε τη δική μας συμβολή σε αυτό το «τέλος»! Και πόσο εύκολα κινητοποιούμε ασυνείδητες δυνάμεις άρνησης («έχω κολλήσει, δεν μπορώ να την ξεχάσω», «αποκλείεται, δεν έχει τελειώσει») και εκλογίκευσης («σιγά, τι έγινε – ούτως ή άλλως ποτέ δεν πίστεψα ότι ήταν έρωτας»), ή πόσο αναποφάσιστοι προτιμούμε να μένουμε («δεν ξέρω τι θέλω», «δεν μπορώ χωρίς αυτόν, δεν μπορώ με αυτόν»), αντί να αφεθούμε τελικά στον πόνο του οριστικού τέλους.

Κάθε κείμενο, κάθε βιβλίο που έχει γραφεί για τον έρωτα, σε αφήνει πάντα με την αίσθηση ότι ελάχιστα τελικά ειπώθηκαν. Έτσι είναι. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια φιλοσοφικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής παραγωγής δεν υπήρξαν αρκετά για να δώσουν οριστικές απαντήσεις στο ερώτημα του Έρωτα. Και δεν είμαι σίγουρη αν θέλουμε πράγματι να μάθουμε τα πάντα για αυτόν. Μπορεί να ρωτάμε, να ζητάμε συμβουλές, να προσπαθούμε να τον αποκρυπτογραφήσουμε, μπορεί να κυριαρχεί στις συζητήσεις με τους φίλους μας, αλλά τελικά, θέλουμε την μαγεία του, γιατί χωρίς αυτή δεν υπάρχει ούτε ο ίδιος. Συμφωνώντας απόλυτα με τον Κικέρωνα που έγραφε πως «ο έρως και η λογική μοιάζουν με τον ήλιο και το φεγγάρι: Όταν ανατέλλει το ένα, δύει το άλλο», θα πω πως αξίζει, έστω για μία φορά στη ζωή του, να νιώσει ένας άνθρωπος αυτά που περιγράφει η Σαπφώ στο ποίημά της:

«…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά η γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη∙ γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω.»

 

*Το έργο που συνοδεύει το κείμενο είναι του Γ. Γουναρόπουλου, «Φιλί τρίτο».

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Πηγή: to23ogramma