1.1.21

Το Ολύμπιο φως απλωνόταν σε ολόκληρη την Πιερία...

Ο Γενάρης από μήνας χαράς, ευχών και ενθουσιασμού, κατορθώνει σε δεκαπέντε μέρες να γίνεται... ο πιο μισητός μήνας του έτους. Έμπαινε με το δεξί, με τις χαρές και τις γιορτές και έβγαινε με το αριστερό αφού σε αποτελείωνε με τους λογαριασμούς και τις πληρωμές. 
Το μεσημέρι στάθηκε στο παράθυρο με το βλέμμα στον Όλυμπο. 
Στον ουρανό δεν υπήρχε σύννεφο ούτε για δείγμα. 
Το Ολύμπιο φως απλωνόταν σε ολόκληρη την Πιερία και θαρρείς σε ολόκληρο τον κόσμο. 
 Ο ήλιος έλαμπε. Οι ακτίνες του έπεφταν σε ένα αεροπλάνο που διέσχιζε τον ουρανό στην πορεία του πάνω από τη Λάρισα, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Αντανακλούσε τις ακτίνες και έμοιαζε με φωτεινό αστέρι. Στο καταμεσήμερο.
Όλα τα πλημμύριζε το φως.
«Αλκυονίδες ημέρες» σκέφτηκε.
Το τσουχτερό κρύο έκανε το φως να μοιάζει με λεπίδα. Αφήνοντας σε κάθε χαρακιά ένα διαπεραστικό τσούξιμο.
 Στα δάχτυλα, τα αυτιά, τη μύτη.
Ήταν επικίνδυνη η λάμψη. 
Τόσο φως, σα να προσπαθούσε κάποιος να αποκαλύψει κάτι, στη γκρίζα ζωή του πλανήτη. Γιατί ο θεός έστελνε τόσο άπλετο φως; 
Τι ήθελε να δουν οι άνθρωποι;

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα, Ο Κένταυρος που αγαπούσε τη Γοργόνα, του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου -Εκδόσεις Όστρια