24.9.26

Η (χαμένη) υπεραξία των Ελλήνων του εξωτερικού και η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Σαν Φρανσίσκο

Το 1985 ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να ιδρύσει πανεπιστήμια σε όλες τις περιφέρειες της χώρας και κάλεσε Έλληνες καθηγητές του εξωτερικού να επιστρέψουν για να τα στελεχώσουν. Πράγματι, αρκετοί επέστρεψαν για να διδάξουν στο Αιγαίο, στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στο Ιόνιο, στη Δυτική Μακεδονία. Οι περισσότεροι έμειναν, αν και κάποιοι ήρθαν, είδαν και… απήλθαν, αντιλαμβανόμενοι τις δυσκολίες. Ήταν μάλλον η πρώτη και τελευταία φορά που η ελληνική Πολιτεία απευθύνθηκε οργανωμένα σε Έλληνες του εξωτερικού επιχειρώντας να τους αξιοποιήσει. Διότι σε γενικές γραμμές -δηλαδή εκτός εξαιρέσεων- η επίσημη Ελλάδα αγνοεί επιδεικτικά τους πετυχημένους Έλληνες του εξωτερικού. Όχι μόνο δεν προσπαθεί να τους αξιοποιήσει δημιουργικά, αλλά ούτε καν ζητάει τη γνώμη τους σε συμβουλευτικό επίπεδο για τα μείζονα θέματα. Όπως για παράδειγμα ήταν η περίοδος της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας, όταν οι κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου δεν απευθύνθηκαν καν σε διακεκριμένους συμπατριώτες μας, οι οποίοι δούλευαν στο διεθνή χρηματοπιστωτικό κλάδο και ήξεραν από πρώτο χέρι τις αγορές ομολόγων και δημοσίου χρέους, τόσο εις βάθος, όσο και εις πλάτος. Μόνο που οι τότε υπουργοί Οικονομικών, οι οποίοι θεωρητικά είχαν να διαχειριστούν μια πολύ δύσκολη κατάσταση που τους ξεπερνούσε και να αντιμετωπίσουν το σύνολο των δανειστών μιας χρεοκοπημένης χώρας, δεν καταδέχθηκαν να τηλεφωνήσουν σε κανέναν από αυτούς. Όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες και στο πεδίο της ενέργειας. Η μεν Ελλάδα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που ενδεχομένως υπάρχουν στο υπέδαφος, αλλά και να αυξήσει μέσω των ΑΠΕ το ποσοστό αυτάρκειας, αλλά η επίσημη Πολιτεία αγνοεί επιδεικτικά κορυφαίους ακαδημαϊκούς και τεχνοκράτες, οι οποίοι εργάζονται στον πυρήνα της ενεργειακής βιομηχανίας. Κανείς υπουργός Ενέργειας δεν εδέησε να σηκώσει ένα τηλέφωνο ή να πραγματοποιήσει συνάντηση με αυτούς τους ανθρώπους για να αξιοποιήσει τη γνώση τους και να ζητήσει τη γνώμη τους. Την ώρα, μάλιστα, που είναι δεδομένο ότι όλοι αυτοί -οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα- δεν επιζητούν ούτε θέσεις, ούτε αμοιβές από τον κρατικό μηχανισμό, αφού πολύ δύσκολα θα άφηναν τις διακεκριμένες θέσεις τους για να γίνουν υπάλληλοι του ελληνικού κράτους.

Με αυτά τα δεδομένα η επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στο Σαν Φρανσίσκο, τη Silicon Valley και τις μεγάλες επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης, ίσως και να είχε μεγαλύτερη αξία από μερικά τηλεοπτικά πλάνα, κάποιες φωτογραφίες κι ένα Δελτίο Τύπου, που εξέδωσε το Μέγαρο Μαξίμου. Σε όλες του τις επισκέψεις ο πρωθυπουργός συναντήθηκε με ελληνικής καταγωγής τεχνοκράτες και επιστήμονες του κλάδου, που σήμερα βρίσκεται στην αιχμή των εξελίξεων παγκοσμίως. Το αν ο ίδιος συζήτησε μαζί τους ενδελεχώς, εάν έστησε «γέφυρες» επικοινωνίας ή εάν θα υπάρξουν από εδώ και πέρα συστηματικές επαφές της κυβέρνησης με αυτούς τους ανθρώπους είναι κάτι που το γνωρίζει ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, αλλά το βέβαιον είναι ότι εάν συμβούν αυτά -διότι ένα εξίσου πιθανό σενάριο είναι να πρόκειται για έναν εφάπαξ αυτοσχεδιασμό- θα είναι βήμα μπροστά.

Σε μια εποχή στην οποία στην οικονομική και κοινωνική ζωή κυριαρχούν η γνώση και τα δίκτυα η ουσιαστική αξιοποίηση των Ελλήνων του εξωτερικού μπορεί να αποδειχθεί συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα. Κι αυτό επειδή είναι γνωστό ότι σχεδόν σε όλους τους διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και επιχειρηματικούς χώρους κινούνται διαπρεπείς Έλληνες. Όχι μόνο δεύτερης και τρίτης γενιάς, κάτι απόλυτα φυσιολογικό, αλλά ακόμη και πρώτης γενιάς. Η μετανάστευση σε αυτό το επίπεδο συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες, με αποκορύφωμα τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, όταν πολλά από τα καλύτερα μυαλά και τα ταλέντα της χώρας αναζήτησαν το μέλλον και την εξέλιξή τους στις ανεπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου, κυρίως στην Ευρώπη και στην Αμερική. Οι άνθρωποι αυτοί -τουλάχιστον οι περισσότεροι- αισθάνονται βαθιά μέσα τους την πατρίδα και θέλουν να βοηθήσουν. Όσοι τους συναντούν μπορούν να το βεβαιώσουν…

Η Ελλάδα προσπάθησε τα τελευταία 40 χρόνια να αποκαταστήσει μια θεσμική επαφή με τον απόδημο ελληνισμό, δημιουργώντας και τις σχετικές δομές, το υφυπουργείο Απόδημου Ελληνισμού στο υπουργείο Εξωτερικό και το Κοινοβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. Μόνο που η προσέγγιση ήταν αμιγώς πολιτικού -και άρα γραφειοκρατικού χαρακτήρα-, χωρίς κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο, και επομένως χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Στην εποχή μας εκείνο που μετράει είναι η ταχύτητα και το αποτέλεσμα, κάτι που η μεν Ελλάδα το έμαθε με επώδυνο τρόπο την περίοδο της κρίσης, οι δε διακεκριμένοι απόδημοι το γνωρίζουν και το εφαρμόζουν στις δουλειές τους. Επομένως η συνδρομή τους -εννοείται δίπλα στις εγχώριες δυνάμεις, που λογικά βρίσκονται στο προσκήνιο- θα προσδώσει ιδιαίτερη υπεραξία στην ευρύτερη τεχνογνωσία της χώρας και στον τρόπο διαχείρισης των μεγάλων προκλήσεων. Τελικά το θέμα είναι πολιτικό. Υπό την έννοια ότι η νοοτροπία είναι αυτή που επιβάλλει κινητικότητα ή αδράνεια.

Γιώργος Μητράκης

πηγη https://www.voria.gr