Ο πόνος, ακόμα κι αόριστος, πονάει.
Ίδιος πάντα.
Σαν ένας.
Γιαυτό και κανείς δεν έφτιαξε βαθμίδες πόνου.
Ο πόνος δεν μετρήθηκε.
Ποτέ.
Και ιστορικά να το δει κανείς.
Ποτέ.
Άρα…
Και να ήθελε κάποιος.
Υποθετικά.
Έστω.
Πώς θα το έκανε;
Θα έβαζε τους πόνους στη σειρά;
Θα τους παρέτασσε;
Τον έναν πόνο δίπλα στον άλλο;
Και πως θα τους μέτραγε;
Με μεζούρα;
Θα έπαιρνε το ύψος τους;
Ή θα τους ζύγιζε;
Σε ζυγαριά!
Να βρει το βάρος του κάθε πόνου.
Χωριστά!
Και ποιος ξέρει να πει….
Ο πόνος μετριέται από το- πόσο μεγάλος είναι;
Ή από το πόσο- βαρύς είναι;
Ποιος παίρνει την ευθύνη να απαντήσει;
Εσύ…;
Κι αν –αυθαίρετα- κάποιος το αποφάσιζε…-
Πες πως συνέβαινε…
Κι είχε τους πόνους μαζεμένους.
Όλους μαζί.
Πώς θα άντεχε ο πόνος, κι άλλον πόνο;
Δίπλα του.
Τελείως παράλογο! Θα ήταν….!
Αλλά-δεν είναι.
Παράλογο.
Γιατί- ο πόνος, μόνο τον εαυτό του αναγνωρίζει.
Νομίζει πως άλλος πόνος δεν υπάρχει.
