Η πολυκατοικία του κόσμου
δεν έχει παράθυρα.
Μόνο τοίχους χτισμένους από φωνές και μουσικές,ταπετσαρίες από λόγια που δεν ειπώθηκαν
Δωμάτια για μυστικές συναντήσεις.
Στους διαδρόμους τρυπώνει το φως
σαν ντροπαλός επισκέπτης χτυπάει τις πόρτες
για ένα βλέμμα.
Η πολυκατοικία του κόσμου,
γεμάτη πολύχρωμες ψυχές,
να τραγουδούν την πρωινή βροχή,
να σφυρίζουν τα άνεμοδαρμένα κλαδιά,
να αφουγκράζονται παιδικά γέλια και πληγωμένα βογγητά,
να φαντάζονται νηστικά φιλιά και θλιμμένα μάτια.
Παράλληλοι κόσμοι μυστικοί,
σύνορα οι τοίχοι,
γεμάτοι συρματοπλέγματα οι διάδρομοι χωρίς καλημέρες.
Οι πόρτες της μοναξιάς,
βαριές σαν τα πόδια του εργάτη,
σαν του μεθυσμένου το αργόσυρτο βήμα
τρίζουν σε κάθε πνοή του ανέμου
κι αν κάποια ανοίξει αναπάντεχα,
αχνοφέγγουν στα κεριά έκπληκτα βλέμματα
πίσω από μεταχειρισμένα έπιπλα
με γάτες αλαζονικές
στα καταφύγια σιωπής.
Συγκάτοικοι στης Βαβέλ τη μοναξιά
σώματα χωρίς καρδιά, χωρίς χαμόγελα, χωρίς έρωτες.
Στεγνά μάτια και χείλη, παγωμένα χέρια, βρισιές και προσευχές συγχώρησης.
Τα τσιγαρισμένα φαγητά αποδρούν από τις χαραμάδες τις νύχτες
σε μυστικά ανταμώματα, ξορκίζουν το λάθος,
τα μπαχάρια
σμίγουν με γέλια πρόσκαιρης χαράς και παιδικό κλάμα.
Η πολυκατοικία του κόσμου δεν έχει παράθυρα.
Μόνο μάτια βουβά
που ψάχνουν στις ψυχές έναν ορίζοντα με φως
χωρίς σωτήρες, χωρίς φόβο, χωρίς σκιές θανάτου,
έναν νέο κόσμο να επιστρέφει στο μόχθο μερίδιο από την ευτυχία,
αέρα φρέσκο ελευθερίας
και μια αγκαλιά να γεμίζει το σώμα
χρώματα αγάπης.
* Η συμμετοχή του Θεοχάρη Μπικηρόπουλου, στον συλλογικό τόμο-Ανθολογία της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης(ΕΛΘ), 2026.
Εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού
